Ενάντια σε κάθε τι ελληνικό!

[Η εισήγηση αυτή διαβάστηκε στη Λάρισα στις 14 Απρίλη 2011, σε εκδήλωση που είχε διοργανωθεί από το ΙΚΑ Λάρισας στο στέκι της Ιατρικής σχολής αλλά και την επόμενη μέρα, στις 15 Απρίλη, σε εκδήλωση που διοργανώθηκε από την κατάληψη Ματσάγκου στο πανεπιστήμιο του Βόλου. Συνοδεύτηκε από δύο εισηγήσεις, του Café Morgenland από τη Φρανκφούρτη και της Antifa AK της Κολονίας.]

Από τις Eurovision, τα ποδόσφαιρα και τους Ολυμπιακούς αγώνες που οι ελληνικές σημαίες γίνανε λάιφσταιλ ποπ μπλουζάκι, μέχρι το οργανωμένο αντιαλβανικό πογκρόμ της 4ης Σεπτέμβρη του 2004 – με 300 τραυματίες και έναν τουλάχιστον νεκρό – ήταν … ένα τσιγάρο δρόμος. Παρόλο που η ποπ αναβίωση της εθνικής ταυτότητας δεν είχε καθαυτή φασιστικά γνωρίσματα, δεν είναι δυνατόν να αγνοήσουμε ότι έπαιξε το ρόλο της δημιουργίας ενός περιβάλλοντος στο οποίο έπειτα ευδοκίμησε η υπόθαλψη ενός κοινωνικού φασισμού.

Αν ήταν για κάτι σημαντικό, όμως, αυτό το πογκρόμ της 4ης Σεπτέμβρη, τότε, κι αν γενικότερα έπρεπε να σηματοδοτήσει κάτι για τον αντιεθνικισμό και τον αντιφασισμό στην ελλάδα, αυτό ήταν το εξής κατά τη γνώμη μας: το αντιαλβανικό πογκρόμ της 4ης Σεπτέμβρη 2004 ήταν ένα θανάσιμο σινιάλο όχι του κράτους αλλά της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας προς όλους και όλες. Το 2004 άφησε σε ένα οριστικό τέλμα τον όποιο αντιφασισμό υπήρχε στην ελλάδα: παρόλο που μέχρι τότε δηλωνόταν από όλους μας αυτή η «αλληλεγγύη στους μετανάστες» και παρόλο που προσπαθούσαμε να αναχαιτίζουμε σχεδόν κάθε δημόσια δραστηριότητα των φασιστών, το μεγαλύτερο πογκρόμ μεταπολεμικά, εναντίον των ξένων, μας βρήκε γεμάτους πολλά λόγια και ελάχιστες πράξεις συμπαράστασης. Το πογκρόμ έλαβε χώρα στην αυλή αυτού του αντιφασισμού και πιστεύουμε ότι ο αντιφασισμός στην ελλάδα έχει αργήσει ήδη να βγάλει χρήσιμα συμπεράσματα για τις επόμενες κινήσεις του.

Δική μας απάντηση σε αυτό τον τρόμο, στην αναβάθμιση των όπλων της ρατσιστικής και φασιστικής βίας που υιοθέτησε ο ελληνικός κορμός είναι ξεκάθαρα η όξυνση ενός πολέμου απέναντι σε ό,τι συνηθίσαμε να αποκαλούμε ‘ελληνικό’ και το οποίο στις μεγάλες αυτές ιστορικές συγκυρίες επιβεβαίωσε την ελληνικότητα του στιγματίζοντας, αποκλείοντας, καταδιώκοντας και συχνά σκοτώνοντας τον όποιο ‘ξένο’. Όλο και περισσότερο αυτή η αντίθεση – μεταξύ ντόπιων και ξένων – ξεπροβάλλει σαν το καυτό ζήτημα της ελληνικής πολιτικής και κοινωνίας. Η αντίθεση αυτή μάλιστα δεν απουσιάζει από τις τάξεις της ελληνικής αριστεράς και αναρχίας. Όλο και περισσότερο βλέπαμε τουλάχιστον στην Αθήνα – στην περίπτωση της απεργίας πείνας των 300 μεταναστών – ότι το χάσμα μεταξύ ξένων και ελλήνων αναρχικών, αυτόνομων, αριστερών διευρυνόταν. Χαρακτηριστικά, την ώρα που τα media και το κράτος διεξήγαν τη συντονισμένη επίθεση τους ενάντια στους 300 μετανάστες, μιλώντας για αυτούς ως «λαθρομετανάστες», ως «βόμβα για τη δημόσια υγιεινή», ως ανθρώπους «χωρίς κουλτούρα» κι άλλα τέτοια, κάποιοι έλληνες των κινημάτων, ανεξαρτήτως ιδεολογικού χώρου, σε προσωπικές ή και δημόσιες συζητήσεις, έφταναν να αναρωτιούνται ξεδιάντροπα για το «πόσοι όντως μετανάστες μπορούν να χωρέσουν στην ελλάδα» και να βάζουν στις συζητήσεις τα «ναι μεν… αλλά». Απέναντι σε αυτές τις εξελίξεις πιστεύουμε ότι μπορεί να αντιπαρατεθεί ένας αυτόνομος, ανθελληνικός αντιφασισμός. Όταν λέμε ‘αυτόνομος αντιφασισμός’ εννοούμε ανεξάρτητος από κρατικές επιχορηγήσεις και κομματικά δεκανίκια. Όταν λέμε ‘ανθελληνικός αντιφασισμός’ δεν εννοούμε την αντίθεση σε κάποια δήθεν προαιώνια χαρακτηριστικά των ελλήνων αλλά το ξεσκέπασμα παγιωμένων, θεσμισμένων θα λέγαμε, ελληνικών συμπεριφορών και αντιδράσεων που σε καθοριστικό βαθμό έχουν εισχωρήσει και διαμορφώσει τη στάση ακόμη και ή κυρίως των αντιρατσιστικών και αντιφασιστικών κινήσεων. Για να στοιχειοθετηθεί καλύτερα το τι εννοούμε ως «ανθελληνικό» θα προχωρήσουμε σε μια κριτική σε κάποια κλασικά κουσούρια του ντόπιου αντιφασιστικού/αντιρατσιστικού χώρου ο οποίος κατά τη γνώμη μας σήμερα είναι πρώτα ελληνικός και μετά αντιφασιστικός ή αντιρατσιστικός.

Σπουδή στο ελληνικό Ι:
Η αγάπη για τη συνοχή του λαού και του τόπου

(‘Ο ρατσισμός είναι το δόγμα των πλουσίων/ των ηλιθίων΄ή των ελλήνων;)

Μια ποιότητα η οποία σπάνια γίνεται αντικείμενο διαπραγμάτευσης και περνάει ίσως στα μουλωχτά μέσα σε αναλύσεις είναι και η διαφαινόμενη αγάπη για τη συνοχή του ελληνικού λαού και τόπου που μοιράζεται το ντόπιο αριστερό/ αναρχικό κίνημα – λίγο-πολύ αυτό που οι φασίστες λένε «πίστη στο έθνος» και οι ‘λιγότερο ακραίοι’ το λένε «αγάπη για την πατρίδα». Ευτυχώς βέβαια ακόμα η λέξη ‘πατρίδα’ είναι λέξη-ταμπού για την πλειοψηφία των όσων κινούνται σε αντιφασιστικούς χώρους. Ωστόσο, συχνά η συμπεριφορά και η πολιτική στάση κάποιου/κάποιας προδίδει τις πεποιθήσεις του/της. Εξάλλου πατρίδα δεν είναι μονάχα οι σημαίες αλλά είναι και οι παραδόσεις, πόσο μάλλον οι χριστιανικές παραδόσεις, αλλά και η αγάπη για τη λαϊκή κοινότητα.

Αυτή η στείρα αγάπη για τη συνοχή του λαού και του τόπου, ως στείρο πατριωτικό κίνητρο, έχει αναδειχθεί σε δεκάδες «αγώνες» μέχρι σήμερα. Για να αναφέρουμε τις πιο προσφιλείς και διάσημες κατηγορίες «αγώνων»: α) πρώτον, πολιτικά χαλαρές συσπειρώσεις τις οποίες αναλαμβάνει κανείς με μόνο κίνητρο την οικονομική στήριξη του λαού, πχ « πρωτοβουλίες ενάντια στα διόδια», β) δεύτερον, πρωτοβουλίες με τις οποίες αναλαμβάνει να υποκαταστήσει κανείς το κράτος εκεί που το κράτος το ίδιο δεν τα καταφέρνει καλά, πχ αναδασώσεις και, γ) τρίτον, «αγώνες» συμπαράστασης σε επιτροπές κατοίκων αμφιβόλου προέλευσης και με μη-πολιτικά, συχνά και αντιδραστικά αιτήματα, πχ η συμπαράσταση στις «ενάντια στους ΧΥΤΑ» επιτροπές πολιτών που μέχρι χτες κάνανε εκδηλώσεις ενάντια στους ξένους και δεν έτρεχε κανένα πρόβλημα. Είναι φανερό μέχρι τώρα ότι οι περισσότεροι τέτοιοι «αγώνες» βρίσκουν μια ευκαιριακή ανάδειξη ενός αόριστου υποκειμένου της κοινωνίας των πολιτών, συνήθως με πρόσχημα οικολογικά κριτήρια (το νέο πασπαρτού του εθνικού λόγου), το οποίο υποτίθεται είναι καταρχήν ακομμάτιστο, άοσμο, άχρωμο και ίσως και αντικρατικό. Αντικρατικό βέβαια θεωρείται τώρα, όταν ρίχνει δύο μολότοφ στους μπάτσους για να υπερασπιστεί τα σπίτια και τα ξενοδοχεία του, όχι όταν πέρυσι λάδωνε την πολεοδομία για να μην γκρεμίσει το αυθαίρετο. Αυτό το υποκείμενο βέβαια πάνω από όλα είναι ‘λαϊκό’, κάτι που στην ελληνική κινηματική γλώσσα σημαίνει το ‘φύσει καλό’. Όταν, λοιπόν, η ελληνική αριστερά μας έχει συνηθίσει στο νορμάλ της να μας βουίζει τα αυτιά «με τους χιλιάδες πολίτες» που ανακαλύπτει να εναντιώνονται στις κρατικές επιλογές, δεν προκαλεί έκπληξη, αυτή η ίδια αριστερά, στις «καταστάσεις εξαίρεσης», όπως ήταν αυτή της νομικής, εκεί όπου τα διαμεσολαβητικά σχήματα και τα «άσυλα» που είναι για «όλο το λαό» καταρρέουν, να αρνηθεί να στηρίξει τους 300 μετανάστες απεργούς πείνας με όλες τις δυνάμεις της. Αντιθέτως, αυτή η αριστερά φυσικό ήταν στην προκειμένη να κάνει το αναμενόμενο: να τους γυρίσει την πλάτη. Δεν πήρε όμως αυτή την απόφαση ενόψει του φόβου της υπεροπλίας του κατασταλτικού μηχανισμού μα αντιθέτως λόγω του φόβου της αποστασιοποίησης της από τους «χιλιάδες ανυπάκουους πολίτες» που ανακαλύπτει κάθε φορά και οι οποίοι, υπό νορμάλ συνθήκες θα τάσσονταν ενάντια σε αυτούς τους 300 «βρωμο-ξένους λαθρο-μετανάστες».

Το να νομίσει κανείς/καμιά πως αυτή η αγάπη για το λαό και τον τόπο είναι αποτέλεσμα παραστρατήματος ή ιδεολογικής τύφλωσης θα ήταν μεγάλο σφάλμα. Πρόκειται για αγάπη, μάλλον ρομάντζο, το οποίο δικαιολογείται προφανώς με επαναστατική ρητορική: κατά τον προσφιλή μεταμνημονιακό μύθο, όπου να ‘ναι γιγαντώνεται στην ελλάδα ένα κίνημα ανατροπής το οποίο είναι έτοιμο να αποτινάξει τους ζυγούς της «κατοχής του Δ.Ν.Τ.» και «της χούντας του μπατσόκ». Πρόκειται για το γνωστό μύθο του «εργατικού Δεκέμβρη». Ο ίδιος μύθος λέει πως οι πεφωτισμένες πρωτοπορίες θα καταφέρουν να καθοδηγήσουν σωστά το λαό και έτσι όλοι και όλες μαζί θα καταφέρουν να δραπετεύσουν της εθνικής κατάθλιψης που έπεσε στη χώρα και να ζήσουν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Αυτή η φαντασίωση δεν είναι ανεξάρτητη από τα πολιτικά οφέλη που γυρεύει να αποκομίσει και να κεφαλαιοποιήσει η αριστερά από τους μίνι ελληνικούς «αγώνες» που διεξάγονται εδώ κι εκεί, στην Κερατέα και στα διόδια – οφέλη, από την άλλη, τα οποία δύσκολα θα αποκόμιζε από την υπεράσπιση εθνοδιαλυτικών αγώνων όπως αυτός της απεργίας πείνας των 300 μεταναστών απεργών πείνας.

Και μιας που αναφέρουμε την πρόσφατη απεργία πείνας των 300 μεταναστών, ας μπούμε στον πειρασμό να συγκρίνουμε αυτούς τους αγώνες για να εξηγήσουμε λιγάκι παραπάνω το τεράστιο χάσμα που χωρίζει αυτά τα δυο. Αν η απεργία των 300 ήταν μια «βόμβα» στα χέρια του κράτους όπως δήλωναν οι υπουργοί – για την οποία μάλιστα κινητοποίησαν όλη την στρατιωτικομπατσική δύναμη τους στην Αθήνα αλλά και ό,τι διαθέσιμο διαμεσολαβητικό μηχανισμό διέθεταν, την Κερατέα την αντιμετωπίζουν ως βαλβίδα εκτόνωσης των συναισθημάτων του λαού (πχ έχει καταντήσει αστείο στην αθήνα πως όποιος θέλει να πετάξει μολότοφ μπορεί να πάει στην Κερατέα να εξασκηθεί). Αν η απεργία πείνας των 300 μεταναστών αποτελούσε έναν αγώνα που κατάφερε να οξύνει τόσο τη σύγκρουση μεταξύ της πλειοψηφίας και των μειοψηφιών της ελληνικής κοινωνίας, ο «αγώνας» της Κερατέας δε στηρίζεται καν σε πολιτικά κίνητρα: το μόνο κίνητρο είναι να μη χτιστεί ο ΧΥΤΑ εκεί και να χτιστεί 100 χλμ παρακάτω, το οποίο ο «χώρος» κατά πάσα πιθανότητα θα θεωρούσε μικροαστικό αν η διεκδίκησή του δεν γινόταν με φωτιές και μπουκάλια. Αν η απεργία πείνας των 300 κοιτούσε και απειλούσε κατάματα την εθνική ομοιογένεια της ελλάδας, ο «αγώνας» της Κερατέας ενισχύει αυτή την ομοιογένεια, διατρανώνοντας την και εξαλείφοντας τους ανταγωνισμούς. Απόδειξη; Ότι στα περίφημα μπλόκα της Κερατέας στέκονται δίπλα-δίπλα αναρχικοί, εθνικιστές και «απλός λαός». Λαός ο οποίος αποτελείται από κυνηγούς, πρώην αξιωματικούς των ενόπλων δυνάμεων, παπάδες, δημάρχους, ιδιοκτήτες ξενοδοχείων και φυσικά εργάτες και αγρότες. Και όσο πάει χειροτερεύει: η χρυσή αυγή στηρίζει τον αγώνα τον κατοίκων «ενάντια στα κρατικά ΜΑΤ». Ο μέγας Μίκης κι αυτός καλεσμένος εκεί με το κίνημα του υπό τον ήχο του συνθήματος: «Σπίθα σημαίνει Ελλάδα ενωμένη». Και σα να μην ήταν αρκετή τόση σαπίλα, όταν κάποιος «χωρικός» επιχείρησε να κατεβάσει τα ελληνικά σημαιάκια που ήταν κρεμασμένα στην εκδήλωση δέχτηκε λεκτική και σωματική επίθεση. Και το κερασάκι στην τούρτα: στο ιντυμίντια πολλοί χρήστες στήριξαν την επίθεση αυτή, επειδή πρέπει, λέει, τα σημαιάκια να γίνονται σεβαστά! Προφανώς εξελίξεις αυτού του τύπου καμιά σχέση δε μπορούν να έχουν με ένα αντιφασιστικό κίνημα.

Αν η οικολογία που αναφέραμε εδώ σα νύξη είναι το mainstream ζήτημα-παγίδα για την εμφιλοχώρηση πατριωτικών ιδεών και αντιλήψεων και παράλληλα μια λίγο-πολύ έμμεση απόδειξη της αγάπης για τον τόπο τους, τότε αυτό που λέμε «η κρίση» είναι η γυάλα μέσα στην οποία κολυμπάνε άνετα όλα τα εθνίκια. Αν οι έλληνες κινηματίες αγαπούν, λοιπόν, το λαό τους, επόμενο είναι να έχουν προβάλει και επενδύσει αυτή την αγάπη με κάποιο DNA αντίστασης και να μεγιστοποιήσουν τις αντιστασιακές ικανότητες αυτού του λαού, χρίζοντας τες σε «μεγαλειώδη ταξικό αγώνα». Έτσι μπαίνουμε στο δεύτερο μέρος.


Σπουδή στο ελληνικό ΙΙ:
Η μικροαστική γκρίνια ως αυτό που είναι: ‘ταξική ζήλια’

(‘Λαέ πεινάς γιατί δεν τους κρεμάς;’)

Δεν υπάρχει χώρος για παρεξηγήσεις: παλιότερα οι απολυμένοι του ΟΤΕ, πέρυσι οι απεργοί και οι απολυμένοι των διάφορων κλάδων που φώναζαν την 5η Μάη 2010 το δεξιό αντιδραστικό σύνθημα «να καεί, να καεί το μπουρδέλο η βουλή», οι εργαζόμενοι της ΕΘΕΛ που σαρώνουν τα Εξάρχεια με τις ελληνικές τους σημαιούλες και τα «ή ταν ή επί τας», οι Σπίθες του Θοδωράκη, οι διάφοροι συμβασιούχοι του δήμου αθηναίων που ψήνονταν με Μιχαλολιάκο και Ψινάκη κι άλλοι πόσοι … δεν είναι άνθρωποι μπερδεμένοι ιδεολογικά, είναι απλά έλληνες. Οι γαλανόλευκες σημαίες που κρατάνε ξέρουν πολύ καλά ότι είναι σημαίες που φτιάχτηκαν με αίμα και κυνήγι ξένων, όπως πολύ καλά γνωρίζουν ότι αυτές οι σημαίες, στους «αγώνες» τους, τους θέτουν σε προνομιακή θέση διαπραγμάτευσης με το ελληνικό κράτος: δεν είναι ξένοι, «λαθρομετανάστες» και άγνωστοι στο κράτος αυτό, είναι τα «δικά του» παιδιά. Η αυτονομία και ο αντιφασισμός, όπως τα έχουμε στο δικό μας κεφάλι, δεν αντιμετωπίζουν τους προαναφερθέντες «αγωνιζόμενους» σαν παραπλανημένα παιδιά που «μας τα προλάβανε οι φασίστες»… Και στη δική μας κουλτούρα, γενικότερα, το βρίσκουμε αντιφατικό αφενός να αντιμετωπίζουμε κάποιους ως αγωνιζόμενους – δηλαδή ως ώριμα υποκείμενα που διεξάγουν έναν αγώνα – και αφετέρου να τους θεωρούμε άβουλα όντα, όταν η κουβέντα πάει γύρω από το έθνος και κάποιες φορές γύρω από το κράτος.

Από την άλλη, σήμερα βλέπουμε ένα μεγάλο κομμάτι του πολιτικού χώρου να μην επιλέγει τη σύγκρουση με τις βαθιές κοινωνικές προκαταλήψεις και τα εξοντωτικά αισθήματα του ελληνικού όχλου. Απέναντι σε τόνους προπαγάνδας που απευθύνουν καθημερινά τα ΜΜΕ καθώς και τις βλακείες που θα πει και θα κάνει στη δουλειά ο μέσος μικροαστός και εργάτης, δεν υπάρχει καμία άμυνα. Η εξουσία σαν έννοια εξορίζεται στο κράτος, αν όχι στους μπάτσους, και προς αποφυγήν της απομόνωσης, όλα τα υπόλοιπα κοινωνικά κομμάτια θεωρούνται φύσει «καλά» ή παραπλανημένα. Οπότε, όταν κάποιος ακούει έναν εργάτη να λέει ρατσιστικές ατάκες, είτε επιλέγει να σιωπήσει, είτε αναλαμβάνει να τον διαφωτίσει θεωρώντας — και πάλι — πως ο ρατσισμός είναι απλώς ένα στραβοπάτημα ή μια παρερμηνεία της ταξικής του θέσης. Μπορεί και να είναι. Αλλά αυτό που για μας είναι κρίσιμο είναι όχι το αν κανείς/καμιά υιοθετεί τον ρατσιστικό λόγο συνειδητοποιημένα ή όχι, αλλά το ίδιο το γεγονός ότι τον υιοθετεί. Έτσι, αποφεύγοντας τους όποιους ψυχολογισμούς, θεωρούμε απλά πως πέρασε στην αντίπερα όχθη.

Προφανώς τέτοιες λογικές υπάρχουν ακόμα πιο πλατιά στην αριστερά, η οποία έχει χάσει πλέον σε μεγάλο βαθμό τον αντιφασιστικό της χαρακτήρα τον οποίο μοιράζονταν κάποιες οργανώσεις μέχρι και τη δεκαετία του ’90. Σήμερα αυτή η συνθήκη έχει άμεσο αντίκτυπο στον ελλαδικό αντιφασισμό και αυτό το βλέπουμε είτε όταν η αριστερά επιδιώκει να αφαιρέσει κάθε συγκρουσιακό χαρακτηριστικό από την αντιπαράθεση με τους φασίστες (και τα αιτήματα πχ για να βγει στην παρανομία η χρυσή αυγή από το ΣΕΚ μονοπωλούν τον αντιφασισμό τους, παραβλέποντας ακόμη και τη σημερινή συνεργασία κράτους και φασιστών), είτε όταν αποπειράται να γίνει πολιτική χρήση των φασιστικών επιθέσεων με σκοπό τη διεξαγωγή πολιτικών παιχνιδιών στις πλάτες αυτών που δέχονται τις επιθέσεις: και οι δύο αυτές πρακτικές σήμερα είναι τελικά αυτές που αφήνουν τα εθνίκια να συνεχίζουν να δρουν. Μια από τις πιο διαδεδομένες δικαιολογίες για αυτές τις πρακτικές είναι ότι πρέπει να καταπολεμήσουμε τις ρίζες του φασισμού και όχι τη «φασιστική μειοψηφία» που κάθε φορά έχουμε απέναντι μας. Αυτή η δικαιολογία-πασπαρτού ανασύρεται μάλιστα ιδιαίτερα τώρα, κατά τη διάρκεια της λεγόμενης κρίσης, όπου καραμέλα κάθε «κινηματικού ανθρώπου» έχει γίνει το ότι η κρίση είναι εύφορο έδαφος για τη νέο-ανάδυση ενός φασισμού… Αυτή η άποψη, μας λέει πως το φασισμό και τον εθνικισμό δεν πρέπει να τον χρεώσουμε στα υποκείμενα που τον φέρουν αλλά στην «κρίση» – δηλαδή οι φασίστες ξεπηδάνε σχεδόν από φυσικές αιτίες – κατά τη λογική αυτή «ο κόσμος πεινάει οπότε είναι πιο εύκολο να πέσει στην παγίδα της φασιστικής μειοψηφίας». Με λίγα λόγια ο φασίστας, το εθνίκι, ο ρατσιστής, ο αντισημίτης δεν θεωρούνται ότι κάνουν μια επιλογή – όταν επιλέγουν να είναι φασίστες, εθνίκια, ρατσιστές, αντισημίτες – μα παρασύρονται λόγω της θολούρας που τους φέρνει η πείνα. Σε αντίθεση όμως με αυτή την ερμηνεία γνωρίζουμε καλά πως το αντιφασιστικό κίνημα ιστορικά δεν αποτελούταν από πλούσιους πρίγκιπες … και, από την άλλη, όσους ξένους και να σκοτώσανε οι ρατσιστές αυτό δεν τους έκανε πιο χορτάτους υλικά, αλλά τους χόρτασε πρόσκαιρα μόνο και κυρίως ψυχικά!

Όπως έχουμε ξαναπεί, δίνοντας έμφαση στην ατομική συνείδηση και ευθύνη, όποιος είναι αντιφασίστας και αντιεθνικιστής, όποια είναι αντιφασίστρια και αντιεθνικίστρια, κουβαλά αυτή την ταυτότητα μαζί της 24 ώρες το 24ώρο και δεν την αφήνει πίσω της, μαζί με τα παλιά της παπούτσια, όταν κατεβαίνει πχ σε μια εργατική πορεία. Η αντιφασιστική συνείδηση έχει ρόλο να παίξει και σε μια εργατική πορεία και η ατζέντα κάθε άλλο παρά καταμερισμένη πρέπει να είναι. Αν το γενικό αίσθημα στις μέχρι τώρα πορείες είναι ότι «οι πολιτικοί είναι πουλημένοι και ότι έχουν εξευτελίσει τη χώρα», ένας αντιφασίστας μπορεί να αναγνωρίσει σε αυτά τα λόγια έναν κλασικό μικροαστικό αντικαπιταλισμό, πράγμα δηλαδή που υπήρχε και «πριν την κρίση». Αντίστοιχα, όπως έχουμε ξαναπεί, τα χτεσινά τομάρια της ελληνικής κοινωνίας, ανεξαρτήτως ταξικής προέλευσης, δεν πρόκειται φέτος να γίνουν σούπερ-επαναστάτες επειδή τους κόψανε το μισό μισθό. Για αυτό ούτε να τους γλείψουμε πρέπει ούτε να γιορτάσουμε αυτή τη μικροαστική τους γκρίνια σαν επαναστατική.

Σήμερα δυστυχώς αυτή η διάκριση μεταξύ ταξικής πάλης και ταξικής ‘ζήλιας’ όλο και ξεθωριάζει. Κάτι τέτοιο είναι εμφανές όταν περιπτώσεις κινητοποιήσεων που εργαζόμενοι παλεύουν για να μην πάρουν τις θέσεις τους άλλοι εργαζόμενοι (συνήθως ξένοι) ή για να μην αναλάβουν τις επιχειρήσεις τους άλλα αφεντικά (συνήθως ξένα), ή κινητοποιήσεις φοιτητών που γυρεύουν πχ τη μη περαιτέρω υποβάθμιση των πτυχίων των ΑΕΙ, επιδιώκοντας ουσιαστικά την περαιτέρω υποβάθμιση των πτυχίων των ΤΕΙ, θεωρούνται πεδία άξια για να … δοθούν μάχες. Η ριζοσπαστική πολιτική, έτσι, έχει καταντήσει να προσκυνάει απλώς μεγάλες μάζες, ανεξαρτήτως περιεχομένου και μορφής οργάνωσης, πχ ούτε ενδιαφέρει η συνέχεια και η συνέπεια αυτοοργάνωσης των … αγωνιζόμενων αλλά ούτε και τι περιεχόμενο παίρνουν οι διεκδικήσεις τους (αρκεί ίσως να πέσουν δύο μπουκάλια).

Ο αντικαπιταλιστικός λόγος έχει ταυτιστεί με αναλύσεις επιπέδου Zeitgeist και απλοϊκά σχήματα τύπου «φτωχοί-πλούσιοι» (ακόμα και με μαρξικούς όρους αυτά δεν αποτελούν ταξική ανάλυση), όπου ως πλούσιοι νοούνται συνήθως οι 5-10 ‘αδίστακτοι’ τοκογλύφοι της Goldman Sachs και του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου (βλέπε τράπεζες, οι λεγόμενοι ‘νέο-συντηρητικοί’ των ΗΠΑ ή, γιατί όχι, το εβραϊκό λόμπι των ΗΠΑ, σε μια άλλη παραλλαγή) το οποίο υποτίθεται κινεί τα νήματα του κόσμου ολόκληρου, καταπιέζοντας τις φτωχές λαϊκές μάζες. Αξίζει να τονιστεί ότι αυτή είναι μια κλασική εθνικοσοσιαλιστική αναπαράσταση. Δίχως να το καταλάβει κανείς (;) σε μια τέτοια ανάλυση έχει μπει ήδη σε ένα παιχνίδι συνωμοσιολογίας όπου εχθρός αναδεικνύεται η φετιχοποίηση των τραπεζών, στο ρόλο του κεφαλαίου, αλλά και οι ‘μπάτσοι’, όχι ως κοινωνικό σύμπλεγμα ασφάλειας, μα ως προσωποποιήσεις του κράτους. Σε αυτό το παιχνίδι οι φασίστες δεν είναι κάτι σχετικά αυτόνομο μα πάντα οι ‘συμμορίες του κράτους’. Αν όλα αυτά είναι αντικαπιταλισμός, τότε βρίσκουμε πως ένας ανθελληνικός αντιφασισμός θα έπρεπε να αποφασίσει να συγκρουστεί μετωπικά μαζί του.

Σπουδή στο ελληνικό ΙΙΙ: ‘Ο βλάκας σοφός’

Αφιερώνουμε το τελευταίο μέρος της εισήγησης μας σε μια εξέλιξη που κοντεύει να συμπληρώσει μια δεκαετία: την κυνική υποβάθμιση της ανόδου και της εισόδου του κόμματος του ΛΑΟΣ στη βουλή αλλά και την καθημερινή πολιτική πραγματικότητα. Δε μιλάμε γενικά για το ΛΑΟΣ, για το πόσο ανίσχυρο, επικίνδυνο, αφελές ή ικανό κόμμα είναι. Μιλάμε για μια πάγια ελληνική αντιμετώπιση του ΛΑΟΣ και το ‘ελληνική’ πρέπει να τονιστεί γιατί στην ουσία έτσι αντιμετωπίστηκε αυτό το κόμμα από όλο σχεδόν το πολιτικό φάσμα στην ελλάδα: υποτιμώντας, δηλαδή, τα λόγια του και την πολιτική του προέλευση.

Όταν το ΛΑΟΣ μπήκε στη Βουλή, το 2007, ήταν κοινό μυστικό πως η λέξη «ακροδεξιοί» έπρεπε να κρυφτεί από τα δελτία ειδήσεων, τις πολιτικές ανακοινώσεις, τις πολιτικές αναλύσεις. Ενώ τα ιταλικά, για παράδειγμα, μέσα μαζικής ενημέρωσης – σε ανταποκρίσεις τους για τις ελληνικές εκλογές – έλεγαν τα πράγματα με το όνομα τους: ότι δηλαδή στην ελληνική βουλή μπήκε ένα ακροδεξιό κόμμα το οποίο έγινε γνωστό λόγω των ακραίων θέσεων του για τους μετανάστες και τον αντισημιτισμό του, στην ελλάδα αυτή η συζήτηση απουσίαζε. Στη mainstream πολιτική κάνανε λες και δε βλέπανε το ΛΑΟΣ – κυριαρχούσε η τακτική της άγνοιας, δηλαδή η ίδια τακτική που κυριαρχούσε και πριν το ΛΑΟΣ μπει στη βουλή – η γνωστή τακτική του στιλ «αγνοώ τους ακραίους για να μην τους νομιμοποιώ». Το μόνο ζήτημα που μπορούσε κανείς να συζητήσει σε σχέση με το ΛΑΟΣ ήταν τα κομματικά παιχνίδια που έπαιζε, αφενός συνεργαζόμενο με το ΠΑΣΟΚ, αφετέρου κλαδεύοντας τη Ν.Δ. Η πολιτική συζήτηση για το τι λέει το ίδιο το ΛΑΟΣ για τους μετανάστες, τους εβραίους κλπ είχε καταδικαστεί στην αφάνεια.

Παράλληλα, και παραδόξως, η είσοδος του ΛΑΟΣ αρχικά στην ευρωβουλή κι έπειτα στη βουλή, αγκαζέ με τη γενικότερη υποβάθμιση της συζήτησης περί ρατσισμού του κόμματος – και βέβαια αγκαζέ με τη γενικότερη υποβάθμιση της συζήτησης περί ρατσισμού στην ελλάδα – μείωσε και την αντιπαράθεση που το κόμμα αυτό δεχόταν από τα αριστερά ή τα ακροαριστερά. Θυμόμαστε μια ολόκληρη προσπάθεια από τάσεις της εγχώριας αυτονομίας να πασχίζουν να αποδείξουν ότι ‘εντάξει, δεν μπήκαν και τίποτε χίτλερ στη βουλή, κάποια λαμόγια μπήκαν που είναι ακροδεξιοί αλλά πάνω από όλα είναι λαμόγια’ όπως και… όλα τα υπόλοιπα κόμματα της βουλής εξάλλου. Big deal! Η βουλή έγινε ‘πεντακομματική’!

Σε ιδιωτικές συζητήσεις, αντίστοιχα, εντός ή εκτός πολιτικών χώρων ακούς συχνά να μιλάνε για βουλευτές του ΛΑΟΣ ‘έλα μωρέ, είναι γραφικός, είναι τρελός, είναι καιροσκόπος, είναι τραμπούκος με γραβάτα – ποιος να του δώσει αξία; και, φυσικά, το γνωστό – να πουλήσει βιβλία θέλει!’. Για κάποιο περίεργο λόγο, λοιπόν, είτε υποβαθμίζεται ο λόγος των ακροδεξιών σε βλακεία, καιροσκοπισμό και γραφικότητα είτε ανάγεται σε ένα «εμπορικό ψέμα» – πρόκειται για το επιχείρημα δηλαδή ότι ‘οι φασίστες δεν είναι φασίστες, είναι απλώς έμποροι που πουλάνε φασισμό’.

Κατά την ανάγνωση αυτή, όμως, παραγνωρίζεται ότι κατά την άνοδο του εθνικοσοσιαλισμού, για παράδειγμα, στη γερμανία το ναζιστικό κίνημα το στελέχωσαν και έμποροι και καιροσκόποι και τρελοί και λαμόγια και όλος ο συρφετός. Ο Αντόρνο έγραψε για το πόσο αυτές οι δήθεν «ενημερωμένες, διορατικές κρίσεις» και προγνώσεις και γενικά όλοι οι δήθεν «έξυπνοι διευκόλυναν παντού» το παιγνίδι των φασιστών του τρίτου ράϊχ. Με εμπεριστατωμένα επιχειρήματα και το ύφος του παντογνώστη αναλυόταν τη δεκαετία του ‘30 το γιατί ο χίτλερ δεν θα μπορούσε ποτέ να ανέβει στην εξουσία.

Προφανώς, δε λέμε ότι ο Καρατζαφέρης είναι ο χίτλερ και ούτε ότι το ΛΑΟΣ είναι γερμανικός εθνικοσοσιαλισμός – αν και πολύ θα ‘θελε – ωστόσο είναι η ίδια δήθεν εξυπνάδα που επιδεικνύουν κάποιοι σήμερα βλέποντας τις κινήσεις του ΛΑΟΣ κι αυτή ακριβώς η «εξυπνάδα» είναι που κάνει το φασιστικό λόγο αόρατο.

Το κυνικό επιχείρημα που ακούγεται συχνά πως ‘όταν ασχολείσαι με τους φασίστες, τους κάνεις διαφήμιση’, παραβλέπει ότι οι φασίστες έχουν ήδη παρουσία – πριν από εμάς – και παρουσία μάλιστα με στόχους δολοφονικούς. Οι φασίστες είτε θα βγούνε για καρτέρι εναντίον κάποιου ξένου μετανάστη είτε για χτύπημα εναντίον κάποιου αυτοσχέδιου τζαμιού, κάποιας συναγωγής ή κάποιου νεκροταφείου. Επίσης οργανώνουν τακτικά χτυπήματα εναντίον αριστερών ή αναρχικών. Όταν δεν διοργανώνουν τέτοια χτυπήματα, τα προετοιμάζουν με τις «ειρηνικές» τους ανοιχτές συγκεντρώσεις όπου έχουν τη δυνατότητα να σκορπίζουν δημόσια το ιδεολογικό τους δηλητήριο. Έτσι, αν είναι να τους αφήσουμε ήσυχους, επειδή τους κάνουμε διαφήμιση, ποιο είναι το αντίδοτο; Για να μην τους κάνουμε διαφήμιση, να τους αφήσουμε να ανοίγουν κεφάλια; Αυτή η δικαιολογία, περί «διαφήμισης» των υποτίθεται 10 γραφικών φασιστών, δεν αποτελεί μονάχα φυγομαχία, αποτελεί και ιδεολογική συκοφάντηση του αντιφασισμού, της ύστατης δηλαδή άμυνας που μπορεί να συγκροτήσει ένας πολιτικός/ κοινωνικός χώρος. Αντίστοιχη δικαιολογία είναι και η όψιμη υπεράσπιση της ελευθερίας έκφρασης των φασιστών η οποία επανήλθε από την αριστερά στο πρόσφατο νομοσχέδιο που θέλει να περάσει το κράτος ποινικοποιώντας την άρνηση του Ολοκαυτώματος.

Υποστηρίζουμε ότι για να αποκτήσει ο αντιφασισμός ένα νέο περιεχόμενο, απαλλαγμένο από όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να κινηθεί από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο: να αμφισβητήσει ευθέως την ελληνικότητα, δηλαδή την εθνική ταυτότητα, τους μύθους της και τα προνόμια ή τα κουσούρια που προκύπτουν απ’ αυτήν.

Antifa Casa del Campo (Antifa.casa.del.campo@gmail.com )
14-15.04.11

 
αναδημοσίευση από την σελίδα των τερμιναλ119

Advertisements

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s