«Άγια Νύχτα» της Andrea Dworkin*


Ήμουν στην έκτη δημοτικού, ήμουν δέκα χρονών, είχαμε μόλις μετακομίσει από το Camden
στα προάστια και δεν το τραγουδούσα με τίποτα: τόσο απλά.

Με έβαλαν μόνη μου σε μια μεγάλη, άδεια αίθουσα και με άφησαν να βλαστημάω εκεί για λίγο. Μετά έστειλαν μια λιποτάκτρια Εβραία, μια αρκετά λιπόψυχη καθηγήτρια, μία που είπε ότι ήταν κι αυτή Εβραία και το τραγουδούσε το «Άγια Νύχτα», οπότε γιατί όχι κι εγώ; Ήταν η πρώτη μου εμπειρία με γυναίκα συνεργάτιδα του εχθρού (δωσίλογη), ή η πρώτη που θυμάμαι. Μ’ άφησαν μόνη μου στην άδεια αίθουσα μετά απ’ αυτό. Δεν ήμουν θρησκευτικά φανατισμένη. Απλά δεν ήθελα να με τραβολογάνε, γνώριζα και γούσταρα το διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους, ήξερα πως δεν ήμουν Χριστιανή και δεν προσευχόμουν στον Ιησού. Ακόμη γνώριζα πως οι Χριστιανοί είχαν κάτι σαν έθιμο να σκοτώνουν Εβραίους, το οποίο με είχε σταμπάρει. Όλοι με απέφευγαν και μια από τις ζωγραφιές μου, κρεμασμένη στο χολ, στον πίνακα ανακοινώσεων, μου τη μουτζούρωσαν: ‘k i k e’ γράψανε**. Κι έπειτα έπρεπε να υποστώ τη βασανιστική διαδικασία του να έρθει και να μου πει κάποιος ενήλικας τι σημαίνει k i k e. Πίστευα πως οι καθηγητές μου ήταν φασίστες, στο στιλ της Ιεράς Εξέτασης, που με θέλανε να τραγουδάω την «Άγια Νύχτα» ενώ γνώριζαν πως ήμουν Εβραία. Κι ακόμα το πιστεύω αυτό. Στο σχολείο σε διαβρώνουν αλλά αυτό παραήταν. Δεν μπορούσα να καταλάβω πως μπόρεσαν να προσπαθήσουν να με εξαναγκάσουν. Βέβαια μπορούσαν και το έκαναν. Εξαναγκασμός, τιμωρία, αποβολή: τόση ενήλικη δύναμη πυρός για να χρησιμοποιηθεί ενάντια σε ένα μικρό κοριτσάκι. Μέχρι και σήμερα σκέφτομαι αυτή την αντιπαράθεση με τις αρχές ως τη «Δράση της Άγιας Νύχτας» και την επαινώ. Οι ενήλικες πρέπει να νιώσουν την αντίσταση από τα παιδιά, τέλος. Είναι καλό για αυτούς, τους ενήλικες εννοώ. Το να τραβολογάνε τα παιδιά είναι άσχημο. Οι ενήλικες πρέπει να λυτρωθούν από αυτό που έχουν καταντήσει. Από την άλλη μεριά, οι μαθητές δεν πρέπει να πυροβολούν τους καθηγητές. Η ευγένεια της εξέγερσης των μαθητών εναντίον των καθηγητών απαιτεί πολιτική ανυπακοή, όχι όπλα, όχι πόλεμο – παιδαγωγική εναντίον παιδαγωγικής. Σε αυτό το πλαίσιο, τα όπλα είναι δειλία.

Εγώ ήμουν, ωστόσο, σε κρίση. Είχα διαβάσει το Όσα Παίρνει ο Άνεμος πιθανόν εκατό φορές και σαν τη Σκάρλετ, κι εγώ, είχα τη δική μου βούληση. Το πρόβλημα μου ήταν το εξής: η άμβλωση ήταν παράνομη και οι γυναίκες πέθαιναν. Πως μπορούσε αυτό να αλλάξει; Μήπως ο καλύτερος τρόπος θα ήταν να γράψεις ένα βιβλίο που θα έβγαζε τα εσώψυχα σου έξω και θα ένιωθες τον πόνο των αρρώστων και ετοιμοθάνατων γυναικών ή μήπως, καλύτερα, να πήγαινες στο δικαστήριο, αλά Perry Mason, και να διατύπωνες ένα επιχείρημα τόσο πειστικό, τόσο αληθινό και τόσο δριμύ, που οι άνθρωποι θα εξεγείρονταν, ανίκανοι πλέον να ανεχτούν άλλο τον πόνο που προσέφερε η κυρίαρχη τότε κατάσταση πραγμάτων; Μπορείς να πεις ότι είχα ένα πλήρως διαμορφωμένο χαρακτήρα στην έκτη δημοτικού. Το πλαίσιο αναφορών μου δεν ήταν πλατύ – δεν γνώριζα ακόμη για τον Danton ή το Ροβεσπιέρο ή κάποιο άλλο παράδειγμα πέρα από την Perry Mason – αλλά με τυπικούς όρους το δίλλημα της ζωής μου ήταν αυτό: νόμος ή λογοτεχνία, λογοτεχνία ή νόμος; Με το πέρας της χρονιάς, είχα αποφασίσει πως μπορούσαν να σε σταματήσουν από το να πας στη νομική και άνετα θα το έκαναν – όμως κανείς δεν μπορούσε να σε σταματήσει από το να γράφεις γιατί κανείς δεν το γνώριζε.

Ήταν η πολιτική της μητέρας μου που είχε να κάνει με το θέμα της άμβλωσης: υποστήριζε τη νομιμοποίηση του ελέγχου γεννήσεων και τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων πολύ πριν όλα αυτά γίνουν αξιοσέβαστες αντιλήψεις. Είχα μάθει αυτές τις, υπέρ των γυναικών, πολιτικές θέσεις από εκείνη. Και τη σκέφτομαι κάθε φορά που παλεύω για τα αναπαραγωγικά δικαιώματα μιας γυναίκας ή υπογράφω μια επιταγή για την Εθνική Ένωση για το Δικαίωμα στην Άμβλωση ή τη Γονεϊκότητα από Επιλογή. Τα επιχειρήματά μας για την άμβλωση σήμερα μπορεί να είναι πιο επεξεργασμένα σε πολιτικό επίπεδο αλλά η μητέρα μου είχε την καρδιά και την πολιτική μιας πρωτοπόρου – μόνο που δεν το καταλάβαινα τότε. Αυτή ήταν η αναπαραγωγική πολιτική με την οποία μεγάλωσα, απλά τότε δεν το συνειδητοποιούσα ότι αυτή ήταν που με δίδαξε αυτό που θεωρούσα δίκαιο και σωστό.

Εν τέλει, όμως, θα μου έλεγε πως το χειρότερο σφάλμα της κατά το μεγάλωμα μου ήταν πως με έμαθε να διαβάζω. Είχε μια καυστική αίσθηση του χιούμορ την οποία σπάνια εξασκούσε. Η δημόσια βιβλιοθήκη στο νέο μας προάστιο, του Delaware, που αργότερα έγινε Cherry Hill, ήταν στο αστυνομικό τμήμα ή τουλάχιστον στη διπλανή πόρτα από το τμήμα. Και η μητέρα μου βρήκε γρήγορα τον εαυτό της να μου υπογράφει σημειώματα με την άδεια της για να δανειστώ τη Λολίτα ή το Peyton Place. Προς τιμήν της, μου τα υπέγραφε αυτά τα σημειώματα, κάθε μία φορά που ήθελα να διαβάσω ένα βιβλίο που ήταν απαγορευμένο για παιδιά. Ή, τουλάχιστον, πιστεύω ότι είναι προς τιμήν της. Δεν ξέρω γιατί αργότερα δεν θα με άφηνε να δω την ταινία A Summer Place με την Sandra Dee και τον Troy Donahue (οι δυο τους ήταν ερωτευμένοι έφηβοι και η Sandra μένει έγκυος) αφού είχα ήδη διαβάσει το βιβλίο. Είχα μαζί της έναν καυγά με ξεφωνητά για πολλές ημέρες. Νίκησε, φυσικά. Επρόκειτο για καθαρή άσκηση γονικής εξουσίας, η οποία και της έδωσε τη νίκη και την απεχθανόμουν για το ότι δεν ήταν ικανή να νικήσει την υπόθεση στην ουσία της, με επιχειρήματα. Θα ξέσπαγε κάθε φορά με το πόσο περίεργη ή μικρομέγαλη ήμουνα κι εμένα αυτό μου φαινόταν αναπάντεχο. Αυτό που μισούσε δεν ήταν αυτά που διάβαζα ή οι ταινίες που έβλεπα αλλά αυτά που είχα αρχίσει να γράφω, επειδή ακριβώς στην έκτη δημοτικού ήταν όταν άρχισα να γράφω τα δικά μου ποιήματα. Ήταν μικρά και μιμητικά, αλλά ήταν απολύτως βλακώδη, πεισματάρικες πράξεις εξέγερσης. Οι ενήλικες θα μπορούσαν να συνεχίζουν τα ψέματα τους, μα εγώ όχι. Η πραγματική αποτυχία της μητέρας μου ήταν να το να μου μάθει να μη λέω ψέματα. Κατανόησα το ακριβές νόημα της επίπληξης.

Ήμουν μια kike και θα συνέχιζα να είμαι τέτοια: ποτέ μου δεν τραγούδησα το «Άγια Νύχτα» και ποτέ δεν θα το κάνω. Κατάλαβα πως υπάρχουν πολλοί τρόποι για να λες ψέματα και το να προσποιηθεί κανείς πως τα Χριστούγεννα και το Πάσχα ήταν κοσμικές γιορτές ήταν μεγάλο ψέμα, όχι μικρό. Είτε το θέμα ήταν ο ρατσισμός είτε η άμβλωση, εγώ, το μικρό της έκτης δημοτικού, θα το αντιμετώπιζα με όχημα μου την αλήθεια: όχι μια παγκόσμια αλήθεια-αυταπάτη, όχι μια αλήθεια που μόνο εγώ γνώριζα και που ήθελα κι άλλοι να ακολουθήσουν, αλλά την αλήθεια που προερχόταν από το να μη λες ψέματα.

Όπως και το «μην προκαλείς κακό στους άλλους», το να μη λες ψέματα αποτελεί μεγάλη, σκληρή πειθαρχία, μια πρακτική σπαρτιάτικης ηθικής που πολύ συχνά την συγχέουν με το να ‘σαι ενάρετος/-η. Αν απαιτούσαν να βάζω το σώμα μου εκεί ενώ θα έπρεπε να είναι εδώ κι αυτό προϋπέθετε να πω ψέματα, δεν θα το έκανα. Θα το έγραφα και δεν θα έλεγα ψέματα.

Οπότε, όταν οι συγγραφείς βιβλίων αυτοβοήθειας λένε σε κάποιον να βρουν το παιδί μέσα τους, φαντάζομαι δεν εννοούν εμένα.

* Η εβραιοαμερικανίδα Andrea Dworkin (1946-2005) δημοσίευσε τα πολιτικά της απομνημονεύματα λίγα χρόνια πριν πεθάνει, με τον τίτλο Heartbreak: the political memoir of a feminist militant. Το κεφαλαιάκι αυτό προέρχεται από εκεί και το αφιερώνουμε στους εβραίους και τις εβραίες αυτής της χώρας, αλλά και τις μετανάστριες και τους μετανάστες και τα παιδιά τους που δεν τραγουδήσανε και δε σκοπεύουν να τραγουδήσουνε το ‘Άγια Νύχτα’.

** kike ή kyke: δηλαδή ‘βρισιά’ για τους εβραίους και τις εβραίες της Αμερικής, βασισμένη σε κοροϊδία των επωνύμων των πολωνοεβραίων ή ρωσοεβραίων κυρίως μεταναστών στις ΗΠΑ.

αναδημοσίευση από το terminal

Advertisements

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s