Η άντληση της υπερεργασίας γίνεται τόσο πιο σκληρή, όσο την κυρίαρχη θέση σ’ ένα κοινωνικό σχηματισμό την έχει η ανταλλακτική αξία

αναδημοσίευση από το φοβερά αξιόλογο ΑΘΕΜΙΤΑ

Στις 14.9.1867 εκδόθηκε ο α΄ τόμος του Κεφαλαίου. Aς γιορτάσουμε, λοιπόν, από σήμερα!

1

Ο Μαρξ επέμενε ότι η ανταλλακτική αξία αποτελεί έκφραση των σχέσεων που χαρακτηρίζουν αποκλειστικά τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Στην αρχαιότητα, η άντληση της υπερεργασίας γίνεται τελείως απάνθρωπη σε κείνους ακριβώς τους τομείς της παραγωγής που αντικείμενό τους είναι η παραγωγή ανταλλακτικής αξίας στην πιο καθαρή, στην αυτοτελή μορφή της, δηλαδή τη χρηματική: στην παραγωγή χρυσού και αργύρου.

Φάνηκε στην πορεία της παρουσίασης μας το πώς η αξία, που εμφανίστηκε σαν αφαίρεση, είναι δυνατή σαν τέτοια αφαίρεση μόνο από τη στιγμή που έχει τοποθετηθεί το χρήμα· αυτή η χρηματική κυκλοφορία οδηγεί από την άλλη μεριά στο κεφάλαιο, ώστε μπορεί να αναπτυχθεί ολοκληρωτικά μόνο στη βάση του κεφαλαίου· όπως και γενικά, μόνο πάνω στη δική του βάση μπορεί η κυκλοφορία να καταλάβει όλα τα συνθετικά στοιχεία της παραγωγής. Στην ανάπτυξη φαίνεται λοιπόν όχι μόνο ο ιστορικός χαρακτήρας των μορφών –όπως το κεφάλαιο– που ανήκουν σε μια καθορισμένη ιστορική εποχή· αλλά και προσδιορισμοί όπως η αξία, που εμφανίζονται σαν καθαρά αφηρημένοι, δείχνουν την ιστορική βάση απ’ όπου αφαιρέθηκαν, και που άρα μόνο σ’ αυτήν μπορούν να εμφανιστούν σαν τέτοια αφαίρεση· προσδιορισμοί που ανήκουν λίγο-πολύ σ’ όλες τις εποχές, όπως πχ. το χρήμα, δείχνουν πώς τροποποιούνται ιστορικά. Η οικονομική έννοια της αξίας δεν παρουσιάζεται στους αρχαίους. Η αξία σε διάκριση από το pretium [τιμή] εμφανίζεται μόνο στο δίκαιο κατά της καταδολίευσης κλπ. Η έννοια της αξίας ανήκει ολότελα στην πιο σύγχρονη οικονομία, γιατί είναι η πιο αφηρημένη έκφραση του ίδιου του κεφαλαίου και της παραγωγής που βασίζεται σ’ αυτό. Στην έννοια της αξίας προδίνεται το μυστικό του κεφαλαίου. (Grundrisse, Τετράδιο VII, 25 – σελ. 596)

Η αξιακή μορφή του προϊόντος εργασίας είναι η πλέον αφηρημένη, αλλά και η πλέον γενική μορφή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, η οποία δι’ αυτών των ιδιοτήτων της χαρακτηρίζεται ως ένα ιδιαίτερο είδος κοινωνικού τρόπου παραγωγής κι έτσι χαρακτηρίζεται και ιστορικά. (Το Κεφάλαιο, τ. a΄, Μέρος πρώτο – Εμπόρευμα και χρήμα, σημείωση 32)

2

Όμως, την υπερεργασία δεν την εφηύρε το κεφάλαιο… Την υπερεργασία τη βρίσκουμε σε όλους τους ταξικούς κοινωνικούς σχηματισμούς, αλλά η άντλησή της γίνεται τόσο πιο σκληρή, όσο την κυρίαρχη θέση σ’ ένα κοινωνικό σχηματισμό την έχει η ανταλλακτική αξία.

Αντίθετα, όπου κυριαρχεί η αξία χρήσης, εκεί και η άντληση της υπερεργασίας κρατιέται σε όρια πιο ανθρώπινα. Γι αυτό και στην αρχαιότητα, η άντληση της υπερεργασίας γίνεται τελείως απάνθρωπη σε κείνους ακριβώς τους τομείς της παραγωγής που αντικείμενό τους είναι η παραγωγή ανταλλακτικής αξίας στην πιο καθαρή, στην αυτοτελή μορφή της, δηλαδή τη χρηματική: στην παραγωγή χρυσού και αργύρου. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, όπως γράφει ο Μαρξ, η γενικά αναγνωρισμένη μορφή υπερεργασίας είναι η καταναγκαστική εργασία μέχρι θανάτου. Αρκεί να διαβάσει κανείς τον Διόδωρο τον Σικελιώτη, για να καταλάβει τι λογής ήταν αυτή η έως το θάνατο υπερεργασία στα μεταλλεία χρυσού και αργύρου της αρχαιότητας…

Την υπερεργασία δεν την εφηύρε το κεφάλαιο. Παντού όπου ένα μέρος της κοινωνίας κατέχει το μονοπώλιο των μέσων παραγωγής, ο εργάτης, ελεύθερος είτε ανελεύθερος, είναι υποχρεωμένος στο χρόνο εργασίας που είναι αναγκαίος για τη συντήρηση του εαυτού του να προσθέτει παραπανίσιο χρόνο εργασίας, για να παράγει τα μέσα συντήρησης για τον ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής αδιάφορο αν ο ιδιοκτήτης αυτός είναι αθηναίος «καλός καγαθός» (ευγενής], ετρούσκος θεοκράτης, civis romanus [ρωμαίος πολίτης], νορμανδός βαρώνος, αμερικάνος δουλοκτήτης, μπογιάρος της Βλαχίας σύγχρονος λαντ-λορδος [γαιοκτήμονας] ή κεφαλαιοκράτης. Στο μεταξύ είναι καθαρό πως όταν σ’ έναν οικονομικό κοινωνικό σχηματισμό δεν επικρατεί η ανταλλακτική αξία, αλλά η αξία χρήσης του προϊόντος, η υπερεργασία περιορίζεται από ένα στενότερο ή ευρύτερο κύκλο αναγκών, ο χαρακτήρας όμως της ίδιας της παραγωγής δεν γεννάει μιαν απεριόριστη ανάγκη υπερεργασίας. Απαίσια εμφανίζεται γι’ αυτό η υπερβολική εργασία στην αρχαιότητα, όταν πρόκειται ν’ αποχτηθεί η ανταλλακτική αξία στην αυτοτελή χρηματική της μορφή, στην παραγωγή χρυσού και ασημιού. Καταναγκαστική δουλειά μέχρι θανάτου είναι εδώ η επίσημη μορφή της υπερεργασίας. Φτάνει να διαβάσει κανείς τον Διόδωρο τον Σικελιώτη. Ωστόσο, στον αρχαίο κόσμο αυτές είναι εξαιρέσεις. Μόλις όμως οι λαοί που η παραγωγή τους κινείται ακόμα στις κατώτερες μορφές της εργασίας του δούλου, της αγγαρείας κλπ. τραβηχτούν σε μια παγκόσμια αγορά που κυριαρχείται από τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής και κάνει κύριο συμφέρον την πώληση των προϊόντων τους στο εξωτερικό, προστίθεται στις βάρβαρες φρικαλεότητες της δουλείας, της δουλοπαροικίας κλπ. η πολιτισμένη φρικαλεότητα της υπερβολικής εργασίας. Γι’ αυτό, η εργασία των μαύρων στις νότιες Πολιτείες της αμερικάνικης ένωσης διατηρούσε κάποιο μετριοπαθή πατριαρχικό χαρακτήρα, όσο η παραγωγή απόβλεπε κυρίως στην κάλυψη των άμεσων αναγκών των δουλοκτητών. Στο βαθμό όμως που η εξαγωγή μπαμπακιού γινόταν ζήτημα ζωτικού συμφέροντος των Πολιτειών αυτών, η υπερβολική εργασία του μαύρου, και που και που η ανάλωση της ζωής του μέσα σε εφτά χρόνια εργασίας, γινόταν παράγοντας ενός υπολογισμένου και υπολογιστικού συστήματος. Δεν επρόκειτο πια για την απόσπαση απ’ αυτόν μιας ορισμένης μάζας ωφέλιμων προϊόντων. Επρόκειτο στο εξής για την παραγωγή της ίδιας της υπεραξίας. Το ίδιο γινόταν και με την αγγαρεία, λ.χ. στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Η σύγκριση της βουλιμίας για υπερεργασία στις παραδουνάβιες ηγεμονίες με την ίδια βουλιμία σε αγγλικά εργοστάσια παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί η υπερεργασία στην αγγαρεία έχει μιαν αυτοτελή, χειροπιαστά αισθητή μορφή.

Στην περικοπή όπου παραπέμπει ο Μαρξ, ο Διόδωρος ο Σικελιώτης γράφει (Diodor’s von Sicilien: Historische Bibliothek, Stuttgart 1828, βιβλ. 3, κεφ. 13, σελ. 260):

Δεν μπορεί να βλέπει κανείς αυτούς τους δυστυχισμένους (στα χρυσωρυχεία ανάμεσα στην Αίγυπτο, την Αιθιοπία και την Αραβία), που δεν μπορούν ούτε το σώμα τους να κρατήσουν καθαρό ούτε να καλύψουν τη γύμνια τους, χωρίς να λυπάται για την οικτρή τους μοίρα. Γιατί εκεί δεν λυπούνται και δεν φείδονται τους αρρώστους, τους αδύνατους, τους γέρους, τη γυναικεία αδυναμία. Όλοι υποχρεώνονται με το ξύλο να δουλεύουν συνεχώς ωσότου ο θάνατος βάλει τέλος στα βάσανα και στη δυστυχία τους.

από το Κεφάλαιο, τ. α΄, Αθήνα, Σύγχρονη Εποχή 2002, σελ. 246-248

Advertisements

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s