Λόγος και σώμα των στρατοπέδων στον Πρίμο Λέβι και τον Λεβινάς (απόσπασμα)

Η αναδημοσίευση γίνεται από το φιλικό ιστολόγιο ενάντια στον αντισημιτισμό

του Μιχάλη Πάγκαλου

[αρχική δημοσίευση: περιοδικό Νέα Εστία, Αφιέρωμα στον Πρίμο Λέβι (1919-1987), τχ. 1821, Απρίλιος 2009, σ. 663-706]

nea_estia_1821[…]

3. Το σώμα στο Άουσβιτς

Από τις πρώτες σελίδες του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, η είσοδος στο κολαστήριο του Άουσβιτς αισθητοποιείται  με το μαρτύριο της δίψας:

Το ταξίδι κράτησε είκοσι λεπτά. Το φορτηγό σταμάτησε και είδαμε μια μεγάλη πύλη και πάνω της μια επιγραφή ζωηρά φωτισμένη (…): ARBEIT MACHT FREI, η εργασία απελευθερώνει. Κατεβήκαμε και μας οδήγησαν σ’ έναν μεγάλο, γυμνό θάλαμο, ελαφρά θερμασμένο. Πώς διψάμε! Ο αδύναμός ήχος του νερού στα καλοριφέρ μας αγριεύει. Εδώ και τέσσερις μέρες δεν ήπιαμε καθόλου νερό. Κι όμως υπάρχει μια βρύση: μια ταμπέλα πάνω της γράφει ότι απαγορεύεται να πιεις γιατί το νερό είναι μολυσμένο. Ανοησίες, είναι φανερό ότι μας κοροϊδεύουν, «αυτοί» ξέρουν ότι πεθαίνουμε από τη δίψα, μας βάζουν σ’ ένα δωμάτιο με βρύση και Wassertrinken verboten.[1] Εγώ πίνω και παρακινώ τους συντρόφους μου να πιουν κι αυτοί∙ αλλά το φτύνω αμέσως, το νερό είναι χλιαρό και γλυφό και μυρίζει έλος.[2]

Ο Λέβι δεν εμφορείται από την οίηση των ιδεαλιστών∙ η ανθρωπινότητα του ανθρώπου δεν ελλοχεύει στις συνάψεις του «καθαρού λόγου» με την «καθαρή βούληση». Η επιθυμία και η ανάγκη στον άνθρωπο είναι σωματικές, τα βασανιστήρια είναι σωματικά, όπως και η έκφραση και η σκέψη που εκφράζονται μέσα απ’ το σώμα. Υποβάλλοντας τους κρατουμένους στα ανελέητα βασανιστήρια της πείνας, της δίψας της ορθοστασίας και του ξύλου, οι ναζιστές τους οδηγούν, ήδη, πριν τον θάλαμο αερίων, στην πνευματική και ηθική απονέκρωση. Τα σωματικά βασανιστήρια, έλεγε ο Λεβινάς, πλήττουν την υποτιθέμενα «άτρωτη» βούληση του ιδεαλισμού στην ίδια την καρδιά του δι’ εαυτόν της. Ο Λέβι μιλά για την κόλαση των βασανιστηρίων:

Αυτή είναι η κόλαση. Στις μέρες μας, η κόλαση πρέπει να είναι αυτό, ένας άδειος θάλαμος, εμείς κατάκοποι να στεκόμαστε όρθιοι, με μια βρύση που στάζει και να μην μπορείς να πιεις, να περιμένουμε κάτι, σίγουρα τρομερό, και να μη συμβαίνει τίποτα, και οι ώρες να περνούν και να μη συμβαίνει τίποτα. Πώς να σκεφτούμε; Δεν μπορούμε πια να σκεφτούμε, είμαστε σχεδόν νεκροί. Κάποιος κάθεται στο πάτωμα. Ο χρόνος περνά, σταγόνα, σταγόνα.[3]

Οι μέθοδοι θανάτωσης του σώματος κλιμακώνονται σε μια ευρύτατη γκάμα που αρχίζει από την πείνα και τη δίψα για να συμπεριλάβει την πολύωρη ορθοστασία και το ξύλο, τις μολυσματικές αρρώστιες (τύφος, διεφθερίτιδα) και, τέλος, τις μαζικές δολοφονίες και τη μαζική εξόντωση στους θαλάμους αερίων. Το χειμαζόμενο σώμα των στρατοπέδων δεν είναι το άτρωτο σώμα της δυτικής φιλοσοφίας, που από τον Πλάτωνα ως τον Χούσσερλ γνωρίζει να «υπερίπταται» του θανάτου εμβαπτιζόμενο διαμέσου της «αθάνατης ψυχής» στην καθολικότητα  των ιδεών και του λόγου. Η «ψυχή», για τον Πρίμο Λέβι, δεν είναι αθάνατος λόγος αλλά τρωτό σώμα.

Γνωρίζουμε ότι η Φαινομενολογία της αντίληψης [1945] του Merleau-Ponty  και το Ολότητα και Άπειρο [1961] του Λεβινάς είναι τα δύο μεγάλα βιβλία στα οποία επιχειρείται η διατύπωση μιας φαινομενολογικής σκέψης εναντίον της καρτεσιανής αντικειμενοποίησης του σώματος. Ο Merleau-Ponty αναζητά έναν τρίτο τρόπο ύπαρξης –ούτε πράγμα, ούτε συνείδηση– που θα ήταν ο «αμφίπλευρος» τρόπος ύπαρξης του «δικού μου» σώματος[4] και μιλά για την αδυνατότητα να θέσουμε το σώμα σε απόσταση, ώστε να αποστασιοποιηθούμε απ’ αυτό και τα πάθη του. Το σώμα δεν είναι ούτε υποκείμενο ούτε αντικείμενο αλλά αυτό που «αγγίζει και αγγίζεται», «βλέπει και βλέπεται», και, τελικά, δίδεται μέσα από το φαινόμενο της «σάρκας» [chair]. Το σώμα «δηλοί πρόθεση» και «φανερώνει εσωτερικότητα». Πρόκειται, όμως, για μια εσωτερικότητα σχεδίου, δηλαδή ελευθερίας. Εναντίον της μακραίωνης δυτικής παράδοσης του αναστοχασμού (réflexion) που μας δίνει «το σώμα ως ιδέα» και όχι την «εμπειρία» η την «πραγματικότητα» του σώματος, o Merleau-Ponty επανέρχεται, ακριβώς, στην «εμπειρία του ιδίου σώματος» και, επηρεασμένος από τον Χάιντεγκερ, στο σώμα ως όχημα του «είναι στον κόσμο». Το σώμα είναι, τελικά, στον Merleau-Ponty ο φορέας «των διαθέσεων και των δυνατοτήτων που καθιστούν δυνατές τις προθέσεις και τα προσωπικά σχέδια του καθενός»[5].

levinas_autrementΟύτε αντικείμενο αλλά ούτε σχέδιο, θα αντιτάξει με σθένος ο Εβραίος Λεβινάς, ερχόμενος να αντιπαρατεθεί όχι μόνο με τη φαινομενολογία, αλλά με όλη εκείνη τη στωικό-χριστιανική παράδοση της ελευθερίας που παραγνώρισε και περιθωριοποίησε τη βιβλική σκέψη. Η ελευθερία δεν μπορεί να συνίσταται σε μια ατάραχη ενατένιση του σύμπαντος, εναρμονισμένη με την αταραξία του στωικού. Η βιβλική σκέψη είναι εγγενώς πολιτική: η ελευθερία, υποστηρίζει ο Λεβινάς, δεν ευοδώνεται παρά ως οικονομική ισότητα και πολιτική δικαιοσύνη και ως ένα υποφέρειν-για-τους-άλλους της ευθύνης που, μέσα στην ιστορία, γράφεται πάνω στους πολιτικούς και κοινωνικούς θεσμούς προκειμένου να τους νοηματοδοτήσει και να τους αναπροσανατολίσει προς το αγαθό. Ο Λεβινάς καταδεικνύει στον χριστιανισμό τα επιχωματωμένα βιβλικά του θεμέλια. Ομοίως, ο Λεβινάς ενοφθάλμισε στη γαλλική φαινομενολογία έννοιες που υπερβαίνουν κατά πολύ τη δική της πνευματικότητα και τα δικά της όρια, όπως, αίφνης, η έννοια της τρωτότητας και της παθητικότηταςψυχής και σώματος. Σε ρητή αντίθεση με τους άλλους δύο μεγάλους Γάλλους φιλοσόφους της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς –τον Σαρτρ και τον Μερλώ-Ποντύ– η «υποκειμενικότητα του υποκειμένου» δεν δίνεται, για τον Λεβινάς, μέσα στην πρόθεση και το σχέδιο, αλλά, ακριβώς, μέσα στην εντολή[6] που, ηχώ και κρυστάλλωμα ενός ιουδαιοχριστιανικού πολιτισμού στους αντίποδες του ναζισμού, με προσαρτά ως ανοιχτή και αιμάσσουσα πληγή στους άλλους:

Η υποκειμενικότητα του υποκειμένου είναι η τρωτότητά του, η έκθεση στα παθήματα, αισθητικότητα, παθητικότητα πιο παθητική από κάθε παθητικότητα[7].

Το «είμαι δεμένος με τους άλλους, πριν δεθώ με το σώμα μου» του Λεβινάς, δηλαδή η εντολή, διαυγάζει την εσωτερικότητα του σώματος κατά την ίδια λογική με την οποία, όταν ο Αυγουστίνος έλεγε για το Θεό ότι, interior intimo meo et superior sumo meo, διεύγαζε την εσωτερικότητα της ψυχής[8]. Ο πεζογράφος Λέβι θα εστιάσει στο τρωτό σώμα αναδεικνύοντας τόσο το συνολικό σχέδιο της γενοκτονίας όσο και τον πολιτισμό που το γέννησε και το πραγματοποίησε στις βιομηχανίες του θανάτου. Αυτό κάνει, παραδείγματος χάριν, μιλώντας μας για τα ξύλινα χοντροπάπουτσα που φορούσαν οι κρατούμενοι. Αν νομίζει κανείς, λέει, ότι τα παπούτσια στο Λάγκερ είναι ζήτημα δευτερεύουσας σημασίας, απατάται οικτρά:

ο θάνατος για τους κρατουμένους ξεκινά από τα παπούτσια: για τους περισσότερους από εμάς είναι ένα αληθινό βασανιστήριο, γιατί μετά από λίγες ώρες βάδισμα, σου προκαλούν οδυνηρές πληγές που μοιραία μολύνονται. Στο εξής θα είσαι αναγκασμένος να περπατάς σαν να έχεις μια μπάλα δεμένη στο πόδι (έτσι εξηγείται και το παράξενο βάδισμα της στρατιάς των φαντασμάτων που επιστρέφουν κάθε βράδυ σε παράταξη)˙ παντού θα φτάνεις τελευταίος και παντού θ’ αμείβεσαι με κλωτσιές, αν σε κυνηγάνε δεν θα μπορείς να ξεφύγεις˙ τα πόδια πρήζονται και η τριβή με το ξύλο των παπουτσιών γίνεται ανυπόφορη. Η μόνη λύση είναι το αναρρωτήριο˙ αλλά το να μπεις στο αναρρωτήριο με τη διάγνωση «dicke Füsse» (πρησμένα πόδια) είναι εξαιρετικά επικίνδυνο, γιατί όλοι ξέρουν (και πρώτοι απ’ όλους οι Ες Ες) ότι η αρρώστια αυτή εδώ δεν θεραπεύεται[9].

Η πεζογραφία της ανοιχτής πληγής δίδεται από τον ρεαλισμό του ενδεούς, πεινασμένου, άρρωστου και, τελικά, νεκρού σώματος. Το ναζιστικό μίσος εκφράστηκε με ιδιαίτερη σφοδρότητα και μανία εναντίον όχι μόνο των ζωντανών αλλά και των νεκρών! Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, οι ναζί επιχείρησαν τη βιομηχανική καύση των πτωμάτων στα κρεματόρια με φρενήρεις ρυθμούς[10]! Απόλυτη εκμηδένιση, εξαφάνιση κάθε ίχνους του άλλου ανθρώπου, βιομηχανικός θάνατος χωρίς κηδεία και μνημόσυνο ! Ο ναζιστικός πολιτισμός του Είναι ως «δύναμης που ρέει», συνόψισε όλη τη φονική πλευρά του δυτικού πολιτισμού: κατάργησε τη δημοκρατία και μετάτρεψε το κράτος σε φονικό Μολώχ. Λάτρεψε την ιδεολογία και τις πρακτικές του απόλυτου, του «ολοκληρωτικού» πολέμου. Οργάνωσε βιομηχανικά τη βία και το μαζικό θάνατο. Προπαγάνδισε και εξαπέλυσε τον πιο άγριο αντισημιτισμό από καταβολής κόσμου. Έφτασε τέλος να μεταχειριστεί με την πιο βάρβαρη μεταχείριση το ίδιο ανθρώπινο σώμα, και μάλιστα το νεκρό σώμα, αυτό που «κάθε πολιτισμός, από την προϊστορική ακόμα εποχή», λέει ο  Πρίμο Λέβι περιέβαλλε, ανέκαθεν, «με σεβασμό, τιμές και φόβο»:

Η μεταχείριση που επιφυλασσόταν στο λείψανο των νεκρών στα Λάγκερ ήθελε να διακηρύξει πως δεν επρόκειτο για ανθρώπινο λείψανο, αλλά για ακατέργαστη ύλη, χωρίς αξία, ή στην καλύτερη των περιπτώσεων, ύλη μόνο για κάποια βιομηχανική χρήση. Ξυπνούν φρικίαση και τρόμο μετά από δεκαετίες, τα εκθέματα του μουσείου του Άουσβιτς, οι τόνοι σε σωρούς, των κομμένων μαλλιών των γυναικών πριν μπουν στους θαλάμους αερίων ή στο Λάγκερ: έχουν ξεθωριάσει και φθαρεί από το χρόνο αλλά δεν έπαψαν να ψιθυρίζουν στον επισκέπτη τη βουβή κατηγορία[11].

Ο δυτικός πολιτισμός, όπως επισημαίνει  ο Philippe Nemo[12], είναι ο πολιτισμός που ενσάρκωσε ουδιώδεις πτυχές της Αθήνας, της Ρώμης και της Ιερουσαλήμ. Ο ίδιος πολιτισμός, ωστόσο, παραμένει επίσης, ανεξάλειπτα, ο πολιτισμός των δύο Παγκοσμίων Πολέμων, του Άουσβιτς και της Χιροσίμα. Με τη φονική αυτή πλευρά του δυτικού λόγου θα πρέπει να αντιμετρηθούμε, να την αναλύσουμε και να κατανοήσουμε τις αιτίες της και τις ιστορικο-πολιτικές συνθήκες ανάδυσής της. Στην πεζογραφία του Πρίμο Λέβι ο λόγος του νεκρού σώματος αποκαθηλώνει την ενδημική οίηση του δυτικού λόγου ως πρωτείου της οντολογίας εις βάρος της ηθικής. Ας μετρηθούν οι στιγμές που στη μη-ιουδαιοχριστιανική σκέψη, στο δυτικό  «οντολογισμό», δηλαδή, από τον Παρμενίδη ως τον Χάιντεγκερ, το τρωτό σώμα μπόρεσε να αποτέλεσε αφετηρία και εφαλτήριο για τη σκέψη. Είναι ελάχιστες τον αριθμό και ωχριούν μπροστά στα μεγάλα φιλοσοφικά συστήματα.

Οι εικόνες του μεταπολεμικού κόσμου με τα ξυπόλυτα παιδιά και τους εξαθλιωμένους εργάτες, όσους γύρισαν ζωντανοί από το μέτωπο, δεν έγιναν ποτέ, για παράδειγμα, το θέμα της αγέρωχης φιλοσοφίας του Μ. Χάιντεγκερ. Ο Χάιντεγκερ δεν ασχολήθηκε ποτέ με κοινούς θνητούς, αλλά μόνο με την Κοσμο-Ιστορία, εφόσον η σκέψη του Είναι που ξεγεννά την Ιστορία ως μοίρα ίσταται υπεράνω της κοινής μοίρας των εύθραυστων όντων[13]. Το ανθρωποσφαγείο του πολέμου δεν έγινε ποτέ θέμα του. Το πολιτικό κρίνειν αντικαθίσταται στον Χάιντεγκερ από την «κρίση της Ιστορίας». Στη μεταφυσική και την αισθητική του αρεσκόταν να αναπλάθει τους αρχαϊκούς γερμανικούς μύθους περί αυτοχθονίας. Σύμφωνα με το «βαθύ» γερμανικό αισθητισμό του Χάιντεγκερ, τα παπούτσια του Βαν Γκογκ, σημαίνουν, για παράδειγμα, το μόχθο του αγρότη που αυλακώνει τη μητέρα–γη, και όχι τον μόχθο του πληβείου και του ακτήμονα –ακόμη και ο ιδρώτας του αγρότη θα γίνει αισθητική, στη σκέψη αυτή! Πρόκειται για όλο αυτό τον άρρωστο αισθητισμό του αγρού και της «χαραγμένης μοναξιάς του μονοπατιού» υπό τη σκέπη των αρχαϊκών θεών χωρίς πρόσωπο. Ο Χάιντεγκερ ύμνησε τον «κόσμο του χωριάτη»[14] και προσκύνησε, όσο κανείς άλλος, τον αρχαϊσμό της μοίρας. Στον αντίποδα του Χάιντεγκερ, ο Λέβι αγάπησε τον πάσχοντα άνθρωπο. Για τον Λέβι, τα πράγματα του κόσμου τούτου και συνεπώς τα παπούτσια και τα ρούχα δεν ανήκουν στο μυθικό βασίλειο της «μητέρας-γης» και των «χθονίων θεών» αλλά στον άνθρωπο-κρατούμενο των στρατοπέδων. Τα παπούτσια και τα ρούχα ανήκουν στον όμηρο των Λάγκερ, τον κρατούμενο με τα ματωμένα πόδια, το λαό της Βίβλου, θρησκευόμενους και άθεους καθώς και στους πολιτικούς κρατούμενους και κατ’ επέκταση στον άστεγο, τον «γυμνό και τον ανυπόδητο», τον ξένο, τον φτωχό και, με την πρωταρχική έννοια, τον προλετάριο αυτού του κόσμου.

Έχει ειπωθεί ότι ο ναζισμός ήταν, επίσης, ένας αισθητισμός, μια λατρεία της τέχνης. Ο Λέβι έβλεπε ότι οι ναζιστές σέβονταν και τιμούσαν την τέχνη και την κουλτούρα πάνω από τον άνθρωπο. Στο αυτοβιογραφικό του, Τι ωραία Κυριακή! –ένα από τα πληρέστερα βιβλία που έχουν γραφτεί για τον ναζισμό και τον σταλινισμό– ο συνοδοιπόρος του Λέβι, Χόρχε Σεμπρούν, διηγείται πως στο στρατόπεδο που ήταν έγκλειστος οι Γερμανοί είχαν αποψιλώσει όλα τα δέντρα του λόφου που βρισκόταν εκεί, εκτός από μια βελανιδιά, γιατί σ’ αυτήν είχε χαράξει τα αρχικά του ο Γκαίτε[15]! Ναζιστική λατρεία της τέχνης! Όπως έχει δείξει ο Lacoue-Labarthe, ο ναζισμός μπορεί, πράγματι, να περιγραφεί ως «εθνικο-αισθητισμός»[16]. Νομίζω πως, δικαίως, τόσο ο Lacoue-Labarthe όσο και ο Agamben προσέφυγαν στον Χάιντεγκερ, στην προσπάθειά τους να κατανοήσουν την ιδιαιτερότητα του ναζισμού. Στον Homo sacer ο Agamben, συνδέει την χαϊντεγκεριανή έννοια της Verfallenheit, δηλαδή την «πτώση» ή «καταπεπτωκότητα» που ιδιάζει σε όλα τα γεγονικά όντα, με την ιδιότητα της τροπής του «χαρίσματος» [Hingabe] της κατάστασης αυτών των όντων σε «καθήκον» [Aufgabe].[17] Οι μάζες των εργαζομένων και των ανέργων που αναλαμβάνοντας το πεπρωμένο τους υποστήριξαν τον Χίτλερ αποδεικνύουν πόσο βαθιά είχε εισχωρήσει ο Χάιντεγκερ στη μεταφυσική του ναζισμού: ο ναζισμός είναι η εν «αποφασιστικότητα» ανάληψη της μοίρας, δηλαδή κατ’ ουσίαν μια «αποφασιστική» υποδούλωση, μια συνειδητή αλλοτρίωση, όπως θα έλεγε ο Καστοριάδης. Αποφασίζουμε συνειδητά και με ενθουσιασμό τον εξανδραποδισμό μας!

Σωστά, ο Agamben επισημαίνει ότι η ανάληψη της «κατάστασης» δια της μετονομασίας της σε «καθήκον» συνιστά την ακύρωση «όλων των παραδοσιακών ορισμών του ανθρώπου», των κλασικών ορισμών που μπορούσαν να θέτουν αντικειμενικούς, ηθικούς φραγμούς, στο σωστό και το λάθος. Χωρίς πνευματικό ένδυμα, ο δυτικός άνθρωπος θα προσδεθεί, όπως το έβλεπε ο Λεβινάς, ήδη, από το 1934[18], στο βιολογικό εκμαγείο του, κατά Lacoue-Labarthe, τύπου της φυλής, δηλαδή το γερμανικό σώμα. Η βιολογία υφαρπάζει τη θέση της ηθικής και το «πνεύμα» ανάγεται στο μυώδες (γερμανικό) σώμα. Ο ναζισμός ήρθε να σαρώσει τα «πνευματικά ενδύματα» του δυτικού ανθρώπου, λοιδωρώντας το (μονοθεϊστικό) πνεύμα δια της γύμνιας του σώματος, δηλαδή του οχήματος της ράτσας. Ως βιολογισμός, ο ναζισμός απογύμνωσε τον άνθρωπο από τα πνευματικά του ενδύματα. Αλλά τα πνευματικά ενδύματα δεν είναι τίποτα άλλο από τις ηθικές ποιότητες και εντολές. Η διαστρέβλωση, παραχάραξη και τελικά καταστροφή της εντολής, τηςηθικής μας φύσης, οδήγησε στην τερατογονία στην καρδιά της Ευρώπης και του δυτικού πολιτισμού, που αξιώνει την περιγραφή του κατεξοχήν «πολιτισμού της ελευθερίας». Ο πολιτισμός της ελευθερίας χωρίς εντολή έφτασε, όμως, να κατασκευάσει βιομηχανικά τον απόλυτο εξανδραποδισμό της ελευθερίας, τον σατανικό κόσμο των Λάγκερ:

Το βιολογικό, με την έννοια του αναπόδραστου που κομίζει, καθίσταται κάτι πολύ περισσότερο από ένα αντικείμενο της πνευματικής ζωής, γίνεται η ίδια η καρδιά της. Οι μυστηριώδεις φωνές του αίματος, οι επικλήσεις της κληρονομικότητας και του παρελθόντος των οποίων το σώμα είναι ο αινιγματικός φορέας, χάνουν τον επιτακτικό χαρακτήρα των ζητημάτων που υπόκεινται στη λύση ενός Εγώ κυριαρχικώς ελεύθερου (…) Η ουσία του ανθρώπου δεν βρίσκεται πλέον στην ελευθερία αλλά σ’ ένα είδος αλυσόδεσης[19].

Αυτή η προσάρτηση στο βιολογικό σώμα έγινε, τελικά, μέσα στο ναζισμό, προσάρτηση στην πολεμική ιδεολογία και τον πόλεμο ως μοίρα. Είναι γνωστό ότι οι θεωρητικοί του ναζισμού, αλλά και ο ίδιος ο Χίτλερ θεωρούσαν τον πόλεμο και τον φόνο του άλλου, και ιδίως του ασθενέστερου, ως την καθ’ εαυτή φύση του ανθρώπου. Στην, κατά Πολιάκοφ, «πολεμο-ζωολογία» του Χίτλερ, ο ένας άνθρωπος κατασπαράσσει και φονεύει τον συνάνθρωπό του με την ίδια ευκολία και φυσικότητα που αλληλοσπαράσσονται τα άγρια ζώα ή όπως  η «γάτα τρώει το ποντίκι»[20] – είναι γνωστό, άλλωστε, ότι οι Εβραίοι παρομοιάζονταν συστηματικά  από τους ναζί με ποντίκια, όπως, πρόσφατα, στη Ρουάντα, οι Τούτσι από τους Χούτου με κατσαρίδες. Από την πρώτη ως την ακροτελεύτια σελίδα του ο Πρίμο Λένι μας δείχνει ότι ως απόλυτη εναντίωση προς το βιβλικό «ου φονεύσεις», το «να φονεύεις» διοργανώθηκε σε γιγαντιαίο σύστημα, και σ’ ένα ιμπεριαλιστικό και αιμοσταγές κράτος, που έφτασε να αντιπροσωπεύει, μέσα στο χιτλερικό δαρβινισμό, την ίδια την «ανθρώπινη φύση» ![21]

                                                          

                                                                                   Σκλάβοι, πηγαινοερχόμαστε χιλιάδες

                                                                                    φορές στη βουβή δουλειά,

                                                                       νεκροί στην ψυχή πριν

                                                                      τον ανώνυμο θάνατο.

(Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, σ. 66)

4.  Aποπροσωποποίηση και  il y a

Ένα μεγάλο και σημαντικό μέρος του στοχασμού του Λέβι θα αφιερωθεί στη μεγάλη και ανώνυμη μάζα των «Μουσουλμάνων» του στρατοπέδου, που πρωτοπαρουσιάζεται στο ένατο κεφάλαιο τουΕάν αυτό είναι ο άνθρωπος, με τον τίτλο, «Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν», και επεκτείνεται, στη συνέχεια, στο ομώνυμο, τελευταίο βιβλίο του Λέβι που κυκλοφόρησε το 1986, λίγο πριν το θάνατό του. Σε όλα αυτά τα κείμενα, είναι φανερό ότι το φαινόμενο των «Μουσουλμάνων» τον συγκλόνισε και τον άγγιξε, ιδιαιτέρως, καθώς είδε να ενσαρκώνεται σ’ αυτό, η πιο ακραία εκδοχή της βίας και της αποπροσωποποίησης των στρατοπέδων. Οι «Μουσουλμάνοι»,το τελευταίο κατακάθι της πλέμπας του στρατοπέδου[22], οι Muselmänerαυτοί που βούλιαξαν:

αυτοί που βούλιαξαν είναι η ψυχή του στρατοπέδου˙ αυτοί, η ανώνυμη μάζα, ακατάπαυστα ανανεούμενη και πάντα η ίδια, η μάζα των μη-ανθρώπων που βαδίζουν και εξαντλούνται μέσα στη σιωπή, με σβησμένη μέσα τους τη θεία φλόγα, άδειοι μέσα τους για να υποφέρουν πραγματικά. Διστάζει κανείς να τους ονομάσει ζωντανούς: διστάζει να ονομάσει θάνατο τον θάνατό τους, που δεν τον φοβούνται καν γιατί είναι πολύ κουρασμένοι ακόμη και να τον αισθανθούν. Η χωρίς πρόσωπο παρουσία τους κατακλύζει τη μνήμη μου και εάν θα μπορούσα να κλείσω σε μια εικόνα το κακό της εποχής μας, θα διάλεγα την οικεία σε μένα εικόνα: ένας άνθρωπος λιπόσαρκος, με σκυμμένο κεφάλι και κυρτούς ώμους, χωρίς ίχνος σκέψης στα μάτια και το πρόσωπο του[23].

Η φριχτή μοίρα αυτών που βούλιαξαν οδηγεί τον Λέβι στη σκέψη ότι αυτοί που, όπως αυτός, επέζησαν τελικά από τα κρεματόρια δεν ήταν οι «καλύτεροι»:

Επιζούσαν οι χειρότεροι, δηλαδή αυτοί που προσαρμόζονταν, οι καλύτεροι χάθηκαν όλοι (…) Το επαναλαμβάνω, εμείς οι επιζώντες δεν είμαστε οι αυθεντικοί μάρτυρες.[24]

Πριν οδηγηθούν στους θαλάμους αερίων οι «Μουσουλμάνοι» έχουν χάσει τόσο κάθε δυνατότητα συνείδησης. Αν κατάφερναν να επιζήσουν, οι «Μουσουλμάνοι» θα ήταν οι μόνοι αυτόπτες και αυθεντικοί μάρτυρες. Επειδή όμως «αυτός που αντίκρισε τη Μέδουσα δεν επέστρεψε για να διηγηθεί ή επέστρεψε άφωνος», η μόνη αυθεντική μαρτυρία έχει οριστικά χαθεί. Οι σπουδαίες αυτές σελίδες του Πρίμο Λέβι εγγράφουν το ναζισμό στη μακραίωνη ιστορία της ειδωλολατρίας και της αλλοτρίωσης. Ο ναζισμός δεν εκπροσώπησε μονάχα ένα ιδεώδες πολέμου και ισχύος. Έστησε, επίσης, μια τέλεια οργανωμένη βιομηχανία θανάτου. Και μέσα και διαμέσου όλων αυτών, διαμέσου της καταστροφής των Εβραίων, ο ναζισμός επέβαλλε, επίσης, την καταστροφή της σκέψης και της ικανότητας αφήγησης:

Την πλήρη εκμηδένιση, το τετελεσμένο έργο, κανείς δεν το διηγήθηκε, με τον ίδιο τρόπο που κανείς δεν επέστρεψε για να διηγηθεί το θάνατό του. Αυτοί που βούλιαξαν, ακόμη και εάν είχαν χαρτί και μολύβι, δεν θα είχαν διηγηθεί, γιατί ο θάνατός τους είχε ήδη συμβεί πριν νεκρωθεί το σώμα τους˙ εβδομάδες πριν σβήσουν, είχαν χάσει την ικανότητα να παρατηρούν, να θυμούνται, να συγκρίνουν και να εκφράζονται.[25]

Αλλά τι ακριβώς είναι αυτό που μέσα στα στρατόπεδα και μέσα από όλα τα σωματικά και ψυχικά βασανιστήρια τις προσβολές και τις ταπεινώσεις, αποπροσωποποιεί και καταδικάζει στον πνευματικό και ηθικό θάνατο τα θύματά του; Ακόμα κι αν αυτό ποτέ δεν μπορεί να περιγραφεί πλήρως στο πρώτο πρόσωπο, όπως λέει ο Λέβι, μαρτυρίες για την αποπροσωποποίηση διασώθηκαν, ωστόσο, και υπάρχουν. Το Μεγάλο Ταξίδι, του κρατούμενου στο Μπούχενβαλτ, Χόρχε Σεμπρούν, για παράδειγμα, είναι ένα ταξίδι στον κόσμο των στρατοπέδων. Ανατινάζοντας όλες τις χρονικές συμβάσεις, η αφήγηση του Σεμπρούν ρέει ασταμάτητα μέσα από εγκιβωτισμούς, προλήψεις και αναλήψεις που οργανώνονται μέσα από ένα ρητό και υπόρρητο διάλογο με τον δολοφονημένο σύντροφο, το «παλικάρι απ’ το Σεμούρ», του οποίου οι λέξεις επανέρχονται σαν αρμοί μιας βαθύτερης συνομιλίας που στερεώνει την αφήγηση – ενός λέγειν, θα έλεγε ο Λεβινάς, πάνω στο οποίο θεμελιώνεται το λεχθέν του βιβλίου. Ένα τέτοιο λέγειν εκφέρεται, για παράδειγμα, στις σελίδες 70-75, όπου ο αφηγητής αναλογίζεται και επαναλαμβάνει τη φράση του χαμένου συντρόφου του, δεν θα τελειώσει αυτή η νύχτα.

Ήταν η τέταρτη νύχτα του μεγάλου ταξιδιού στο οποίο οι κρατούμενοι μεταφέρονταν με το τραίνο στο Μπούχενβαλτ. Ο Σεμπρούν μιλά για μια αίσθηση του μη-πραγματικού που είχε αρχίσει να τους κατακλύζει. Μια αίσθηση που δεν μοιάζει με παλιότερες «εμπειρίες» του, όταν τριγυρνούσε πεινασμένος στο Μπουλβάρ Σαιν Μισέλ, γιατί, τώρα δεν την προκαλεί ο ίδιος αλλά εγχαράσσεται στα, έξω απ’ αυτόν, γεγονότα. Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν ότι στην εμπειρία των στρατοπέδων ελλοχεύει, κατ’αρχάς, ένα αίσθημα του μη-πραγματικού. Στην υποθετική φράση, Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, δεν υπολανθάνει άλλωστε μια παραπομπή στη δυνατότητα της θηριωδίας; Η ίδια η θηριωδία, που από μια άποψη είναι ότι πιο ξένο υπάρχει για τον άνθρωπο, μια φαντασμαγορία του δαιμονικού, έγινε μέσα στα στρατόπεδα απτή πραγματικότητα. Ο ίδιος ο Σεμπρούν μιλά για μια παράδοξη εξοικείωση με το «μη-πραγματικό και το παράλογο», για «τον απολύτως αφύσικο κόσμο της φυλακής και του θανάτου»[26].

Σ’ ένα από τα πρώτα και όχι επαρκώς συζητημένα βιβλία του, Από την ύπαρξη στο υπαρκτό[27], ο Λεβινάς είχε προχωρήσει ακόμη βαθύτερα στην κατεύθυνση του προσδιορισμού του τρομερού βιώματος της αποπροσωποποίησης. Το απρόσωποlevinas_existence «υπάρχει», το il y a, γράφει, δεν είναι πρωταρχικά η δαψίλεια του Είναι που ονειρευόταν ο Χάιντεγκερ, αλλά, εντελώς αντίθετα, ο τρόμος της δαψίλειας αυτής! Το απρόσωπο υπάρχει υπάρχει πέραν της περατότητας και πέραν της εναλλαγής είναι και μηδενός. Πρόκειται για κάτι φρικτότερο από το μηδέν, για κάτι που προκαλεί τρόμο. Αν τρέμουμε μπροστά στο μηδέν και το θάνατο, λέει ο Λεβινάς, είναι γιατί «το απρόσωπο υπάρχει, μας συνέχει ολοκληρωτικά».[28] Πίσω από το ρεαλισμό των Γάλλων πεζογράφων, και ιδίως του Μωπασάν, ο Λεβινάς αναζητά τη λογοτεχνική περιγραφή του τρόμου:

ορισμένα αποσπάσματα του Υσμάν, του Ζολά, η γαλήνια και μειδιώσα φρίκη κάποιας αφήγησης του Μωπασάν, δεν προσφέρουν μόνο, όπως ενίοτε διατείνονται, μια «πιστή» ή υπερβολική απεικόνιση της πραγματικότητας, αλλά διεισδύουν πίσω από τη μορφή που αποκαλύπτει το φως σε αυτή την υλικότητα που αντί να αντιστοιχεί στο φιλοσοφικό υλισμό των συγγραφέων αποτελεί το σκοτεινό βάθος της ύπαρξης. Μας παρουσιάζουν τα πράγματα μέσα από μια νύχτα, σαν μια μονότονη παρουσία που μας πνίγει μέσα στην ξαγρύπνια[29].  

Η λεβινασιανή ανάλυση στηρίζεται στην εγελιανή έννοια της στιγμής, η οποία ως στιγμή του επωμισμού, της προσπάθειας και της κόπωσης σημαίνει την «καθυστέρηση του παρόντος που καθυστερεί απέναντι στον εαυτό του»[30]. Ο Λεβινάς μιλά για την κόπωση ως «καταδίκη στο παρόν»[31] μέσα στην αναγκαιότητα του επωμισμού της ύπαρξης που καταδικάζει το υπαρκτό μέσα στο είναι και συγχρόνως, διαμέσου της προσπάθειας, το συγκροτεί ως αυτόνομη υπόστασηπέραν του είναι. Είναι πολύ σημαντικό, και αποτελεί την κεντρικότερη, ίσως, ιδέα του ιουδαιοχριστιανισμού, το ότι το μοιραίο και το τραγικό δεν αποτελούν συμβεβηκότα αλλά ουσιώδεις προσδιορισμούς του είναι. Το είναι στη σκέψη του Λεβινάς είναι το τραγικό ως τέτοιο. Ο θάνατος είναι η μοίρα του είναι. Πράγματι, νομίζω ότι είναι σωστό να πούμε ότι στην ενιαία ιουδαιοχριστιανική παράδοση τα θεμέλια του είναι –και του κόσμου– συγκλονίζονται από τον, πανταχού παρόντα, θάνατο.

Ο ιουδαιοχριστιανισμός αντέστρεψε τις αξίες στην πνευματική ιστορία της Δύσης. Ο αρχαιοελληνικός κόσμος ως πεδίο αναγνώρισης και τιμής δεν καταργείται, βέβαια, αλλά κάμπτεται μπροστά στο πρωτεύον και το κύριο, που είναι, ακριβώς, το κατεξοχήν τρωτό και απειλούμενο, δηλαδή το πρόσωπο του «ελαχίστου αδελφού». Το μοιραίο λέει ο Λεβινάς είναι «το άπειρο της ύπαρξης που αναλώνεται μέσα στη στιγμή»[32], μέσα στην ένταση και την κόπωση των τεταμένων μυώνων όπου «σιγοστάζει ο κρύος ιδρώτας του ασυγχώρητου της ύπαρξης»[33]. Ο Λεβινάς είναι ο φιλόσοφος των εργαζόμενων τάξεων του 20ου αιώνα. Ολόκληρο το επιχείρημά του συνοψίζεται στην έννοια του Είναι ως υπέρογκου και αδυσώπητου φορτίου[34]. Το Είναι είναι φορτίο σε βαθμό τέτοιο που το ίδιο το ανθρώπινο πράττειν  –διαμέσου του οποίου και μόνο συγκροτείται, από την άλλη μεριά, το υπαρκτό αποστασιοποιούμενο από το είναι– να συνιστά, εγγενώς, «υποταγή και δουλεία».[35] Αναλύοντας αυτή τη, δυνάμει του φορτίου του Είναι, εγγενή υποδούλωση του ανθρώπινου πράττειν, ο Λεβινάς φτάνει ως το σημείο να μιλήσει για τη φρίκη της αιωνιότητας, εάν, βεβαίως, η αιωνιότητα συνίστατο στη διαιώνιση αυτής της αιώνιας υποδούλωσης, στον τρόμο του Είναι:

 η προσπάθεια είναι καταδίκη επειδή επιφορτίζεται τη στιγμή σαν ένα αναπόδραστο παρόν. Συνιστά μια αδυνατότητα να απαλλαγεί από την αιωνιότητα στην οποία διανοίγεται. Είναι καταδίκη επειδή επιφορτίζεται πλήρως τη στιγμή και μέσα στη στιγμή προσκρούει στη σοβαρότητα της αιωνιότητας. Εξ ου ο βαθύς διαλογισμός του Μπωντλαίρ πάνω στον σκελετωμένο καλλιεργητή. Η ύπαρξή του φαίνεται αθεράπευτα αιώνια και συνάμα ταμένη στην οδύνη: αλίμονο αιωνίως! Θα έπρεπε, ίσως, να σκάβουμε σε κάποια άγνωστη χώρα τη σκληρή γη και να βυθίζουμε κάτω από τα αιμόφυρτα και ξυπόλητα πόδια μας μια βαριά τσάπα.[36]

Η καταδίκη αυτή στην αιώνια υποδούλωση εκφράζεται πολύ καθαρά στις σελίδες του Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος ως υποταγή σε μια χωρίς όρια οδύνη. Οι ρεαλιστικές εικόνες του Πρίμο Λέβι φωτίζουν μ’ ένα καινούργιο φως τη φαινομενολογία της προσπάθειας και της κόπωσης που επιχείρησε να χτίσει ο Λεβινάς.

μια ακόμα μέρα αρχίζει, ίδια με όλες τις άλλες, τόσο μεγάλη που είναι αδύνατο να φανταστούμε το τέλος της, μας χωρίζουν τόσο κρύο, τόση πείνα, τόση κούραση.[37]

Το Λάγκερ λέει ο Λέβι  δεν αντιπροσωπεύει, απλώς, μια «τιμωρία», διότι στην τιμωρία αυτή δεν προβλέπεται κανένα τέρμα. Το Λάγκερ είναι αντίθετα μια μορφή ύπαρξης[38], ένα απεριόριστο και αιώνιο βασίλειο του τρόμου. Η λογοτεχνική περιγραφή φωτίζει και επιβεβαιώνει τις αφηρημένες φαινομενολογικές ιδέες. Η λογοτεχνική περιγραφή μας κάνει να ριγούμε όταν, αίφνης, διαπιστώνουμε ότι η «νύχτα», ο «εφιάλτης», η «αγρύπνια», και ο «τρόμος» είναι, ακριβώς, οι λέξεις με τις οποίες περιγράφεται η εμπειρία του στρατοπέδου:

Σε όλη τη διάρκεια της νύχτας, στην εναλλαγή του ύπνου, του εφιάλτη και της αγρύπνιας, καραδοκεί ο τρόμος και η αναμονή του εγερτηρίου: με τη βοήθεια μιας μυστηριώδους ικανότητας, γνωστής σε πολλούς, μπορούμε χωρίς ρολόγια να υπολογίζουμε το χτύπημα με μεγάλη προσέγγιση. Στην καθορισμένη ώρα του εγερτηρίου, διαφορετική σε κάθε εποχή αλλά πάντα πριν την αυγή, χτυπά παρατεταμένα η καμπάνα του εγερτηρίου, και τότε σε όλα τα παραπήγματα ο νυχτερινός φρουρός παραδίδει υπηρεσία: ανάβει τα φώτα, σηκώνεται και ανακοινώνει την καθημερινή μας καταδίκη: «Aufstehen», ή πολύ συχνά στα πολωνικά: «Wstawac» (…) Η ξένη λέξη πέφτει σαν πέτρα στην ψυχή όλων μας. «Εγερτήριο»: η απατηλή προστασία της ζεστής κουβέρτας, η λεπτή θωράκιση του ύπνου, η νυχτερινή, αν και βασανιστική,  απόδραση γίνονται κομμάτια και είμαστε ξανά και αμετάκλητα εκτεθειμένοι στην προσβολή, εντελώς γυμνοί και τρωτοί.[39]

Όπως ο Λέβι και ο Σεμπρούν έτσι και ο Λεβινάς θα μιλήσει, περισσότερο απ’ ότι για την αγωνία του θανάτου, για τη «φρίκη της νύχτας» και, τελικά, για τον φόβο όχι του μηδενός αλλά του ίδιου του Είναι. Το «είναι-προς-θάνατο» του πρώιμου Χάιντεγκερ παρέμενε, ακόμη, τουλάχιστον εν μέρει, μέσα στην κατανόηση. Το αυτοπαρεχόμενο Είναι της κοσμοϊστορικής εποχής ως Έργο – έργο τέχνης [Kunst-werk], έργο σκέψης [Denk-werk], έργο του Κράτους [Staats-werk]συνοψιζόμενα στον αρχαϊκό χαϊντεγκεριανό θεό που, κατά τη συνέντευξη στον Spiegel, μόνο αυτός«μπορεί να μας σώσει», υπερβαίνει και εξοστρακίζει, αντίθετα, κάθε ανθρώπινη κατανόηση. Εναντίον του χαϊντεγκεριανού έργου ο Λεβινάς μιλά για τον φόρτο του ατελεύτητου είναι, τον οποίο ταυτίζει με τη σιωπή και τη φρίκη της νύχτας:

Ενώ η αγωνία στον Χάιντεγκερ επιτελεί το «είναι-προς-θάνατον» το οποίο συλλαμβάνει και κατανοεί κατά κάποιο τρόπο – η φρίκη της νύχτας χωρίς διέξοδο και χωρίς απόκριση είναι η ασυγχώρητη ύπαρξη.[40]

Κατά ένα παράδοξο τρόπο, λοιπόν, η φρίκη της νύχτας «χωρίς έξοδο» και «χωρίς απόκριση» ομοιάζει επικίνδυνα με τη φρίκη των στρατοπέδων! Το στρατόπεδο δεν είναι απλώς το «μηδέν» αλλά κάτι πολύ εφιαλτικότερο και τρομακτικότερο. Το στρατόπεδο είναι ίδια η πραγμάτωση της λογικής του Χίτλερ, όχι απλώς το μηδέν αλλά, όπως είπε ο Χάρυ Μούλις για τον Χίτλερ, «το μηδέν που μηδενίζει» [41], η λογική της απόλυτης εκμηδένισης ή, κατά την πολεμική διατύπωση του Λεβινάς, το ίδιο το Είναι που «δεν έχει θύρες εξόδου».[42] Δεν πρόκειται για απλά ρητορικά σχήματα. Για να προχωρήσουμε βαθύτερα στον προσδιορισμό των εννοιών θα πρέπει να εξηγήσουμε τι σημαίνει ότι το είναι εμφανίζεται σαν ένα «απρόσωπο πεδίο» ή σαν το απόλυτο σκότος. Τι νόημα έχουν αυτές οι εκφράσεις; Πρόκειται, ακριβώς, λέει ο Λεβινάς, για ένα πεδίο όπου «η άρνηση και η εκμηδένιση και το μηδέν είναι συμβάντα, όπως η κατάφαση και η δημιουργία και η επιβίωση», πλην όμως, απρόσωπα συμβάντα. Αυτό που κάνει, λοιπόν, τον Λεβινάς να τρομάζει δεν απλώς ο θάνατος και το μηδέν, αλλά το είναι ως «πεδίο δυνάμεων» και «συμβάντων» για τα οποία δεν υπάρχει κανείς να επωμιστεί την ευθύνη, γιατί, όπως είπαμε, το μόνο που υπάρχει πάνω από τα υπαρκτά είναι το απρόσωπο υπάρχει, δηλαδή το χαϊντεγκεριανό Είναι. Πιστεύω ότι αυτή η λεβινασιανή ιδέα της αποπροσωποποίησης δεν μπορεί να διευκρινιστεί, επαρκώς, παρά μέσα από την πεζογραφία των στρατοπέδων και ιδιαιτέρως εκείνη του Πρίμο Λέβι. Η λογοτεχνική περιγραφή έρχεται να φωτίσει φιλοσοφικές ιδέες που διαφορετικά, διατυπωμένες σε ένα τόσο αφηρημένο ιδίωμα, όπως αυτό της φαινομενολογίας, κινδυνεύουν να παραμείνουν απροσπέλαστες, δηλαδή ακατανόητες.

Οι ναζιστές, μας λέει ο Λέβι, δεν επιδίωκαν μονάχα τον αφανισμό των Εβραίων. Μαζί με τον αφανισμό των θυμάτων τους επιδίωκαν και την πλήρη ταπείνωσή τους. Αλλά με ποια σκοπιμότητα; Ποια είναι η βαθύτερη αιτία ενός τόσο απύθμενου μίσους; Ο βαθύτερος σκοπός των ναζί ήταν μέσω της ταπείνωσης αυτής, να φτάσουν στην αποπροσωποποίησή και, αν μπορούμε να εκφραστούμε έτσι, στην «αποεβραιοποίηση» των θυμάτων τους.  Ο Λέβι το εξηγεί όταν περιγράφει με τρόπο ανατριχιαστικό τη συγκρότηση από τους ναζί των «Ειδικών Ομάδων», αποτελούμενων από Εβραίους:

έπρεπε να είναι Εβραίοι αυτοί που θα οδηγούσαν στους φούρνους τους Εβραίους, έπρεπε να αποδείξουν ότι οι Εβραίοι είναι υπάνθρωποι, κατώτερη φυλή, λυγίζουν σε κάθε ταπείνωση, μέχρι του σημείου να εξοντώνουν εαυτούς.[43]

Η δημιουργία των  Ομάδων-συνεργατών υπηρετούσε, λοιπόν, σύμφωνα με τον Λέβι αυτόν τον τρομακτικό σκοπό, την ηθική ταπείνωση των θυμάτων:

Εμείς ο λαός των κυρίων είμαστε οι εξολοθρευτές σας, αλλά κι εσείς είστε όμοιοί μας (…) δεν είστε πλέον η άλλη φυλή, ο εχθρός του Χιλιετούς Ράιχ: δεν είστε πλέον ο λαός που αρνείται τα είδωλα. Σας αγκαλιάσαμε σας διαφθείραμε, σας σύραμε στον πάτο μαζί μας: κηλιδωμένοι από το ίδιο σας το αίμα, όπως εμείς. Κι εσείς, όπως εμείς, όπως ο Κάιν, φονεύσατε τον αδελφό σας. [44]

Το ναζιστικό επιχείρημα διαθέτει λογική συνοχή, μέσα στο τυφλωμένο και απύθμενο μίσος του: «Δεν είστε πλέον ο λαός που αρνείται τα είδωλα και αναζητά την αλήθεια και την ηθική, συνεπώς, η ηθική πρέπει να καταστραφεί μαζί με εσάς, τον αρχαίο λαό του Ισραήλ». Δεν ισχύει παρά ο νόμος της φυλής, το «δίκαιο του ισχυροτέρου». Δεν υπάρχει Θεός, ούτε ηθικός νόμος, παρά μόνον ο Φύρερ και το ναζιστικό κράτος! Επιστροφή στη λατρεία των ειδώλων! Υπό το κράτος των ειδώλων, Εβραίοι και ναζιστές, θύματα και θύτες γίνονται το ένα και το αυτό μέσα στον απόλυτο τρόμο! Ο ναζισμός είναι ο απόλυτος κυνισμός, η εκ θεμελίων άρνηση της ηθικής. Η εκμηδένιση αυτή της ηθικής υπόστασης του ανθρώπου αναπτύχθηκε στο στρατόπεδο ως την πιο απόλυτη παράνοια. Η «γεωμετρική τρέλα» είναι η καθημερινή μουσική του Λάγκερ:

εμβατήρια και λαϊκά τραγούδια, αγαπητά σε κάθε Γερμανό. Όλα έχουν χαραχτεί βαθιά στο μυαλό μας, θα είναι το τελευταίο πράγμα που θα ξεχάσουμε από το Λάγκερ: είναι η φωνή του Λάγκερ, η ακριβής έκφραση της γεωμετρικής του τρέλας (…) Όταν παίζουν αυτή τη μουσική ξέρουμε ότι οι σύντροφοι έξω στην ομίχλη ξεκινούν για τη δουλειά˙ η ψυχή τους είναι νεκρή και η μουσική τους παρασέρνει όπως ο άνεμος τα ξερά φύλλα, αντικαθιστώντας τη βούλησή τους.[45]

Πώς μεταφράζεται συγκεκριμένα η κεντρική θέση του Λεβινάς ότι «η ηθική προηγείται της οντολογίας»; Εάν ο «τρόμος του είναι», στον Λεβινάς, μπορεί πράγματι να συνδεθεί με τα στρατόπεδα, όπως υποστηρίζω, τότε η «φρίκη του είναι» δεν είναι τίποτα άλλο από τη φρίκη της Εβραϊκής γενοκτονίας και όλων των γενοκτονιών. Ωσάν ο πόλεμος, ο φόνος και ο απόλυτος φόνος, που είναι η γενοκτονία ενός ολόκληρου λαού, να ήταν γεγονότα τόσο τεράστιας εμβέλειας και σημασίας που απ’ τη στιγμή που διαπράττονται, εγγράφονται, πλέον, στο ίδιο το «Είναι», επισκιάζοντας το για πάντα, όπως το αίμα του Άβελ που «βοά μέσα απ’ τη γη».

Ο Λέβι και ο Λεβινάς εξεγείρονται, λοιπόν, απέναντι στο αποτρόπαιο αυτό ενδεχόμενο της αποπροσωποποίησης. Ο τρόμος γεννιέται από την προοπτική οικοδόμησης ενός κόσμου του Άιχμαν, ενός κόσμου, δηλαδή, όπου, παρ’ όλες τις κατηγορικές προσταγές, κανείς δεν είναι υπεύθυνος για τίποτα και κανείς δεν λογοδοτεί απέναντι σε κανένα. Το απόλυτο βιβλικό σκότος πριν τη δημιουργία του κόσμου, αντιστοιχεί στην πράξη χωρίς ηθικό πράττοντα, στην πράξη-Άιχμαν, δηλαδή σ’ αυτό ακριβώς που κατ’ ουσίαν υπήρξε η διαβολική μεγαμηχανή του χιτλερισμού. Ο απόλυτος τρόμος για τον οποίο μιλά ο Λεβινάς δεν είναι, λοιπόν, απλώς, ο θάνατος ή το απύθμενο αντισημιτικό μίσος, αλλά η παραγωγή του ανθρώπου-Άιχμαν, η εξαπόλυση –υπό τα φαιά ενδύματα, ασφαλώς, των κοσμοϊστορικώνυψηλών πεπρωμένων της εποχής–  του απρόσωπου και μαζικού θανάτου, του θανάτου ως εξολόθρευσης και ολικού αφανισμού, η δυνατότητα του Άουσβιτς.

Όπως το έχει δει ο Günther Anders, στο σημερινό τεχνικό κόσμο η απροσωποποίηση μπορεί να προσλάβει τη μορφή του μετασχηματισμού όλων μας, εκόντων ακόντων, σε Άιχμαν και σε Eatherly[46]. Τα  ναζιστικά στρατόπεδα, ως βιομηχανίες θανάτου, εκπροσωπούν εμβληματικά αυτή τη δυνατότητα του τεχνικά οργανωμένου και τέλεια διαρρυθμισμένου φόνου και του απόλυτου ηθικού εξανδραποδισμού του πράττοντος – πράγμα που ο Αριστοτέλης δεν μπορούσε, φυσικά, να προβλέψει. Ο τέλειος φόνος μπορεί να είναι μονάχα ο φόνος μιας μηχανής που εκτελεί τεχνικά παραγγέλματα. Αυτό ακριβώς είναι, κατά Άντερς, το μεγάλο δίδαγμα του Άουσβιτς: ότι ο άνθρωπος μπορεί –και μάλιστα ότι επιπλέον τείνει!– στην εποχή της τεχνικής, να μεταμορφωθεί σ’ αυτήν τη φονική μηχανή. Ο Άντερς μιλά για την συναισθηματική και ηθική μας αδυναμία να αντιδράσουμε απέναντι στο υπέρμετρο, λέξη που αποτελεί ένα άλλο όνομα γι’ αυτή την ίδια τεχνική εξουδετέρωση της ευθύνης:

Το «υπέρμετρο», αδιάφορο αν αφορά σχέδια, επιδόσεις στην παραγωγή ή ενέργειες που μόλις ολοκληρώσαμε, μας αφήνει πάντοτε ψυχρούς ή μάλλον (καθώς ακόμη και η ψυχρότητα θα μπορούσε να θεωρηθεί αίσθημα) όχι ψυχρούς αλλά παντελώς άθικτους. (…) Τα έξι εκατομμύρια παραμένουν για μας ένα νούμερο. (…) ανάμεσα στα αισθήματα που αποτυγχάνουν δεν είναι μόνο η φρίκη ή ο σεβασμός ή η συμπόνια αλλά και το αίσθημα της ευθύνης. Όσο κι αν αυτό μοιάζει με απεικόνιση της κόλασης, ισχύει και εδώ ό,τι και για τη φαντασία και την αντίληψη: πως όσο αυξάνεται το μέγεθος των αποτελεσμάτων που επιδιώκουμε ή που έχουμε ήδη επιτύχει, το αίσθημα ευθύνης γίνεται ολοένα και πιο αδύναμο∙ πως εντέλει μηδενίζεται –πράγμα που σημαίνει ότι ολόκληρος ο μηχανισμός των αναστολών μας ακινητεί απόλυτα– μόλις ξεπεραστεί ένα συγκεκριμένο ανώτατο όριο.  Και επειδή ισχύει αυτός ο κανόνας της κόλασης, ο δρόμος είναι πια ανοιχτός στη θηριωδία.[47]                                 

[…]

Ως προσανατολισμός του λόγου προς τον άλλο άνθρωπο η θρησκεία δεν μπορεί να ταυτίζεται με μια άσαρκη καθολικότητα καντιανού τύπου[48]. Στην ιουδαιοχριστιανική, τουλάχιστον, θρησκευτικότητα η «συνείδηση» δεν είναι σολιψισμός αλλά απόλυτη επαγρύπνηση για τον κόσμο και η θρησκευτική συνείδηση ορίζει τη θεμελιώδη αδυνατότητα να «κλείσεις τα μάτια» μπροστά στα δεινά του άλλου, την αδυνατότητα να κοιμηθείς μπροστά στον πόνο του κόσμου[49]. Η μοντέρνα λογοτεχνία ως «αφυπνισμένη σκέψη»[50] της «αλλοιωμένης» εσωτερικότητας ξαναβρίσκει αυτή την πνευματικότητα της επαγρύπνησης με τον δικό της τρόπο και τις δικές της μεθόδους. To συμπέρασμα, ωστόσο, της λογοτεχνικής και της θρησκευτικής αναθεώρησης της νεωτερικότητας είναι κοινό: η ελληνική συνιστώσα της Δύσης, η σοφία των αιώνιων μνημείων του λόγου, η αποσπασμένη οίηση του καθολικού λόγου δεν αρκεί προκειμένου να διασφαλίσει την αληθινή ειρήνη και τη δικαιοσύνη. Η δυνατότητα αυτή συνανήκει, αντίθετα, με την ανθρώπινη ευθραστότητα και την ταπείνωση του σώματος που προφέρει το «είμαι ένα τίποτα»[51] ή το «ἐγὼ εἰμὶ γῆ καὶ σποδὸς»».[52] Η δυνατότητα της ειρήνης διασώζεται, τελικά, στη μαρτυρία εκείνων που, όπως ο Πρίμο Λέβι, κατάφεραν να βγουν από το κολαστήριο διασώζοντας πάνω στο κορμί τους τη «δυσοίωνη είδηση» για το «τι κατάφερε να κάνει ο άνθρωπος στον άνθρωπο μέσα στο Άουσβιτς».[53] Μακράν από το να «ωχριά», η μνήμη του Άουσβιτς πρέπει, συνεπώς, να διαπεράσει τον λόγο και τη σκέψη της σημερινής Ευρώπης, Ευρώπης της οποίας οι ελίτ συνεχίζουν να διεξάγουν πολέμους,[54] εργαλειοποιώντας, μάλιστα, τη μνήμη του Ολοκαυτώματος μέσω της ένταξής του στη ρητορική των δικαιωμάτων! Εναντίον αυτής της εργαλειοποίησης, το έργο του Πρίμο Λέβι μπορεί να λειτουργήσει ως η απαραίτητη υπόμνηση της φρίκης που ελλοχεύει μέσα σε κάθε άτρωτη και αλαζονικά άθεη κοινωνία καθώς, επίσης, και ως υπόμνηση για την ουσιαστική απώλεια της βιβλικής συνιστώσας της Ευρώπης, συνιστώσας που ορίζει τα ίδια τα θεμέλια της Ευρώπης ως εκείνο το έλεος ειρήνης άνευ του οποίου ακόμη και τα μεγαλύτερα και τελειότερα επιτεύγματα του δυτικού πολιτισμού και του λόγου –όπως, αίφνης, το κράτος και η τεχνική–  τρέπονται αδηρίτως, σε τέλεια οργανωμένες και διαρρυθμισμένες μηχανές φόνου!

Μιχάλης Πάγκαλος

[Απόσπασμα από πολύ εκτενέστερο κείμενο του συγγραφέα με τίτλο “Λόγος και σώμα των στρατοπέδων στον Πρίμο-Λέβι και τον Λεβινάς”, το οποίο δημοσιεύτηκε στη Νέα Εστία, Αφιέρωμα στον Πρίμο Λέβι (1919-1987), τχ. 1821, Απρίλιος 2009, σ. 663-706. Η τρίτη υποενότητα του κειμένου (“Το σώμα στο Άουσβιτς”) έχει αναδημοσιευτεί και στην ιστοσελίδα frear.gr.].

Σημειώσεις

[1] Γερμανικά στο πρωτότυπο: «Απαγορεύεται να πιεις».

[2] Πρίμο Λέβι, Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, μτφ. Χαρά Σαρλικιώτη, Άγρα 1997, σ. 24.

[3] Ό.π.

[4] Gallimard, Παρίσι, 1945, σ. 173 κ.ε.

[5] Είναι η θέση του σχολιαστή του Merleau-Ponty, Renaut Barbaras, στο βιβλίο του, Letournant de lexpérienceRecherches sur la philosophie de Merleau Ponty, Vrin, 1998. Βλ. και την ευσύνοπτη παρουσίαση της Michela Marzano, Η φιλοσοφία του σώματος, Que sais-je ? PUF, Παρίσι, 2007, μτφ. Αθηνά Μπάζου, Το Βήμα, 2007, σ. 51, απ’ όπου και το απόσπασμα.

[6] Βλ. Εμμανουέλ Λεβινάς, Ελευθερία και Εντολή, Εστία 2006.

[7] Εμμανουέλ Λεβινάς, Αutrement qu’être ou au-dela de l’essence, Martinus Nijhoff, 1974, σ. 53.

[8] «Interior intimo meo et superior sumo meo», Εξομολογήσεις ΙΙΙ. 6. 11, [ελλ. μτφ. Φ. Αμπατζοπούλου, εκδόσεις Πατάκη, 1997].

[9] Πρίμο Λέβι, Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, μτφ. Χαρά Σαρλικιώτη, Άγρα 1998, σ. 40.

[10] Ως εξαφάνιση κάθε ίχνους του άλλου, ακόμη και των έσχατων χειρονομιών στοργής και πένθους των ζωντανών προς τους νεκρούς τους, η καύση των νεκρών η οποία στις φιλελεύθερες κοινωνίες εκθειάζεται ως «πολιτιστικό δικαίωμα» είναι, κατά τη γνώμη μου, μια πράξη βαρβαρότητας.

[11] Πρίμο Λέβι, Αυτοί που σώθηκαν και αυτοί που βούλιαξανό.π., σ. 129.

[12] Φιλίπ Νεμό, Τι είναι η Δύση, μτφ. Δημήτρης Αναγνωστόπουλος, Πέννυ Μέγγουλη, Αμαλία Σταθάκη, Ιωάννα Χονδρού, Θεώνη Χρυσανθοπούλου, επιμέλεια Μαρία Παπαδήμα, Εστία, 2008.

[13] Βλ. Είναι και Χρόνος, μτφ. Γιώργος Τζαβάρας σ. 384. Για το θέμα της χαιντεγκεριανής αποφασιστικότητας, ως αντίποδα της βιβλικής τρωτότητας, ας μου επιτραπεί να παραπέμψω και στο κείμενό μου «Μονοθεϊσμός, ελευθερία, αυτονομία και εντολή»,  Αφιέρωμα της Νέας Εστίας στον Λεβινάς, τεύχος 1814, Σεπτέμβριος 2008, σ. 315 κ.ε.

[14] Βλ., «στη γη ανήκουν αυτά τα παπούτσια και μέσα στον κόσμο της χωριάτισσας διαφυλάσσονται» Χάιντεγκερ, Η προέλευση του έργου τέχνης, εισαγωγή, μτφ. Γιώργος Τζαβάρας, Δωδώνη, Ιωάννινα, 1986, σ. 54-55.

[15] «Ναι λέει ο Σβαρτς. Όταν ο λόφος αποψιλώθηκε, αυτό το εξαιρέσαμε, σε ανάμνηση του Γκαίτε! Και ξεκινά, ο καλός σου ένα μακρύ δεκαρικό περί του εθνικοσοσιαλιστικού σεβασμού έναντι της σεβαστής μας γερμανικής πνευματικής παράδοσης», Χόρχε Σεμπρούν, Τι ωραία Κυριακή!, μτφ. Μπάμπης Λυκούδης, Εξάντας, 1989, σ. 239.

[16] Βλ., Λακού-Λαμπάρτ και Νανσύ, Ο μύθος του ναζισμούό.π.

[17] Giorgio Agamben, Ηοmo SacerΚυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή, μτφ. Παναγιώτης Τσιαμούρας, επίμετρο Γιάννης Σταυρακάκης, Scripta, 2005, σ. 234.

[18] Στο σπουδαίο άρθρο του «Quelques réflexions sur la philosophie de l’hitlérisme», που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Esprit, 26, το 1934. Ο Agemben λέει ότι αυτό το άρθρο του Λεβινάς  «συνιστά ακόμη και σήμερα την πιο πολύτιμη συνεισφορά για την κατανόηση του εθνικοσοσιαλισμού», βλ. Homo sacerό.π.

[19] Emmanuel Lévinas, « Quelques réflexions sur la philosophie de l’hitlérisme », Esprit, 26, 1934, σσ. 204-206. Παραθέτω τη μετάφραση του Π. Τσιαμούρα, στο Giorgio Agamben, ΗοmoSacerΚυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωήό.π., σσ. 235-236.

[20] Η παρομοίωση χρησιμοποιήθηκε από τον Χίτλερ.

[21] Για το λόγο αυτό ο  Π. Κονδύλης έχει άδικο όταν θεωρεί ότι οι «χριστιανικές και ιδεαλιστικές δυαρχίες» δεν είναι παρά το ψευδεπίγραφο ένδυμα των εν συγκρούσει πραγματικών δυνάμεων και συμφερόντων, τις οποίες ο φιλόσοφος θα όφειλε να ατενίζει με «στωική φαιδρότητα ψυχής» αφού «έτσι είναι τα πλάσματα της Φύσης και δεν μπορούν να κάμουν αλλιώς», (Βλ. Παναγιώτης Κονδύλης, Το αόρατο χρονολόγιο της σκέψης, Νεφέλη, 1988, σσ. 37-38). Ο Κονδύλης δεν είναι, βέβαια, σε καμία περίπτωση, ρατσιστής και ναζιστής, αλλά πόσο αντιστέκεται στην ωμή δύναμη μια φιλοσοφία που αντιλαμβάνεται την επιδίωξη της απόλυτης ισχύος εν είδη εντολής εγγεγραμμένης στην βαθύτερη, φύση του ανθρώπου; Η δύναμη με την οποία επιβάλλεται το αυτονόητο είναι, επίσης, μια μορφή οίησης που τυφλώνει το πνεύμα. Χρησιμότερο, απ’ αυτή τη φιλοσοφική, «περιγραφική» αποδοχή της ιδεολογίας του πολέμου, θα ήταν, κατά τη γνώμη μου, να ερευνηθεί η έννοια της φύσεως και οι μετασχηματισμοί της στη δυτική φιλοσοφία και θεολογία και, ειδικότερα, η απογύμνωση της έννοιας του ανθρώπου από τα ουσιώδη ηθικά της κατηγορήματα κατά τη μετάβαση από το Μεσαίωνα στη νεωτερικότητα, όπως το έχει δείξει, για παράδειγμα, ο MacIntyre στο After Virtue, Dukworth, Λονδίνο, 1981, σ. 59-60.

[22] Χόρχε Σεμπρούν, Ο νεκρός που μας χρειάζεται, μετάφραση-επίμετρο, Οντέτ Βαρών Βασάρ, Εξάντας 2003, σ. 41.

[23] Πρίμο Λέβι, Εάν αυτό είναι ο άνθρωποςό.π.,  σ. 109, κ.ε.

[24] Πρίμο Λέβι, Αυτοί που σώθηκαν και αυτοί που βούλιαξανό.π., σ. 87.

[25] Πρίμο Λέβι, Αυτοί που σώθηκαν και αυτοί που βούλιαξανό.π., σ. 88, υπογράμμιση δική μου.

[26] Χόρχε Σεμπρούν, Το Μεγάλο Ταξίδι, μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου, Εξάντας, 1974, σσ. 70-71.

[27] Εμμανουέλ Λεβινάς, Από την ύπαρξη στο υπάρχον, μτφ. Κωστής Παπαγιώργης, Ίνδικτος, 1999. Ο γαλλικός τίτλος του βιβλίου, De lexistence à lexistant θα μπορούσε, ορθότερα, να μεταφραστεί στα ελληνικά ως, Από την ύπαρξη στο υπαρκτό, αφού ο Λεβινάς αντιτάσσει στη φρίκη του γενικού και ανώνυμου «υπάρχει» το συγκεκριμένο υπαρκτό.

[28] Εμμανουέλ Λεβινάς, Από την ύπαρξη στο υπάρχον, ο.π., σ. 13.

[29] Εμμανουέλ Λεβινάς, Από την ύπαρξη στο υπάρχον, ο.π., σ. 68.

[30] Εμμανουέλ Λεβινάς, Από την ύπαρξη στο υπάρχον, ο.π., σ. 34.

[31] Ό.π.

[32] Εμμανουέλ Λεβινάς, Από την ύπαρξη στο υπάρχον, ο.π., σ. 93. Ο βιβλικός Λεβινάς αναζητά στον χρόνο την απελευθέρωση από το τραγικό της μοίρας: «Ο χρόνος, αντί να συνιστά το τραγικό μπορεί να χαρίσει την ελευθερία», ο.π.

[33]  Ό.π.,

[34] Υπ’ αυτήν την έννοια πιστεύω ότι οι στοχασμοί αυτοί του Πρίμο Λέβι και του Λεβινάς πάνω στο σώμα και την υποδούλωση μπορούν να συνδεθούν άμεσα με τη σκέψη, ιδίως του νεαρού, Μαρξ. Για την παραγνωρισμένη ηθικο-υπαρξιακή έννοια της υποδούλωσης στον Μαρξ βλέπε το σπουδαίο βιβλίο του Έριχ Φρομ, Η εικόνα του ανθρώπου στον Μαρξ, Μπουκουμάνης, 1975. Ο Φρομ έχει επεξεργαστεί τη βιβλική έννοια του ειδώλου και της ειδωλολατρίας. Για το λόγο αυτό, οι αναλύσεις του πάνω στην καπιταλιστική υποδούλωση της εργατικής τάξης, διαμέσου τηςαντικειμενοποίησης της σχέσης μας με τον άλλο άνθρωπο – έτσι αναλύει ο Φρομ τον μαρξιστικό «φετιχισμό του εμπορεύματος» – είναι εξαιρετικά βαθιές και πρωτότυπες.

[35] Εμμανουέλ Λεβινάς, Από την ύπαρξη στο υπάρχον, ο.π., σ. 32.

[36] Εμμανουέλ Λεβινάς, Από την ύπαρξη στο υπάρχον, ο.π., σ. 33

[37] Πρίμο Λέβι, Εάν αυτό είναι ο άνθρωποςο.π.,  σ. 75

[38] «Το είδος της ύπαρξης που μας δόθηκε, χωρίς χρονικά όρια στους κόλπους της γερμανικής κοινωνίας», Πρίμο Λέβι, Εάν αυτό είναι ο άνθρωποςό.π.,  σ. 100.

[39] Πρίμο Λέβι, Εάν αυτό είναι ο άνθρωποςό.π., σ. 75.

[40] Εμμανουέλ Λεβινάς, Από την ύπαρξη στο υπάρχον, ο.π., σ. 71, υπογράμμιση δική μου.

[41] Στο εφιαλτικό μυθιστόρημά του, Σιγκφριντ, ο γιος του κτήνους, μτφ. Ινώ Μπαλτά, Καστανιώτης 2003, σ. 131.

[42] Εμμανουέλ Λεβινάς, Από την ύπαρξη στο υπαρκτό, σ. 73, βλ., επίσης, «αντί να μας οδηγήσει στο Θεό, η έννοια του είναι μας οδηγεί στην απουσία του Θεού, στην απουσία κάθε όντος. Οι πρωτόγονοι βρίσκονται απολύτως πριν από την Αποκάλυψη, πριν από το φως». Το φως στον Λεβινάς είναι το ηθικό φως και η πηγή του είναι το πρόσωπο του άλλου, που έρχεται να αναστείλει τη βία και να διαλύσει τα σκοτάδια κάθε αντι-ανθρωπισμού και αρχαϊσμού.

[43] Πρίμο Λέβι, Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκανό.π., σ. 53.

[44] Πρίμο Λέβι, Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκανό.π., σ. 55, 57.

[45] Πρίμο Λέβι, Εάν αυτό είναι ο άνθρωποςό.π., σ. 60.

[46] Ο Claude Eatherly είναι ο πιλότος της Χιροσίμα και είναι πρόσωπο τραγικό. Στον Άιχμαν, αντίθετα, απάδει το επίθετο τραγικός, διότι, όπως, αποδείχτηκε στη δίκη του, που έγινε στην Ιερουσαλήμ το 1961, ο Άιχμαν δεν ήταν απλός εκτελεστής διαταγών, όπως ήθελε να παρουσιάζεται, αλλά ένας από τους βασικούς εγκεφάλους και οργανωτές της γενοκτονίας. Δικαίως, στη σκέψη του Άντερς, ο Άιχμαν εκπροσωπεί τον απολύτως εξανδραποδισμένο άνθρωπο, τον τεχνικό διαχειριστή του θανάτου και δικαίως ο Άντερς επισημαίνει τον κίνδυνο της εποχής της τεχνικής ως κίνδυνο παραγωγής ανθρώπων-Άιχμαν στο σήμερα!

[47] Γκύντερ Άντερς, Εμείς οι γιοι του Άιχμαν, μτφ. Κώστας Σπαθαράκης, επίμετρο Σταύρος Ζουμπουλάκης, σσ. 36-38: «Οι κανόνες της κόλασης».

[48] Ο Καντ έψεγε την πολιτική διάσταση του Εβραϊσμού όταν έλεγε ότι ο «Ιουδαϊσμός δεν αποτελεί καθόλου μια θρησκεία», αλλά τη συγκέντρωση μια φυλής «κάτω από απλώς πολιτικούς νόμους», Η θρησκεία εντός των ορίων του λόγου και μόνο, μετάφραση, σημειώσεις, επιλεγόμενα, Κώστας Ανδρουλιδάκης, Πόλις 2007, σ. 232. Ο Καντ υποτιμά την ιστορική και πολιτική εμπειρία της Βίβλου. Άλλα όσο απίθανο είναι να υπάρξει μια αποστειρωμένη «θρησκεία στα όρια του Λόγου και μόνο», άλλο τόσο είναι και για την ηθική να υπάρχει χωρίς την πολιτική –χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η μία ανάγεται εξ ολοκλήρου στην άλλη. Η λατρεία δεν είναι άλογη. Ο χώρος του έλλογου είναι πολύ ευρύτερος απ’ όσο νόμιζε ο Καντ. Ο Πρίμο Λέβι, αντίθετα, έχει κατανοήσει βαθιά ότι τα πιο καίρια ηθικά ερωτήματα και διλήμματα δεν είναι διαδικαστικά αλλά έρχονται στην ηθική από «έξω», δηλαδή, από την ιστορία και την πολιτική. Στη σημερινή «κοινωνία της αδιαφορίας» η λατρεία χρειάζεται να ξαναβρεί το κοινωνικό και πολιτικό της συμπλήρωμα.

[49] Βλ., εδώ, Εμμανουέλ Λεβινάς, De Dieu qui vient à l’idée, Vrin, 1981, «De la conscience à la veille», σ. 34-61,  καθώς και το εκπληκτικό βιβλίο του Pierre Pachet, Aux AguetsEssais sur la conscience et l’histoire, Μaurice Nadeau, Παρίσι, 2002.  

[50] Μεταφράζω έτσι τον όρο « pensée éveillée » του Pierre Pachet.

[51] Βλ. τον λόγο της Εκάβης από τις Τρωάδες του Ευρυπίδη, στίχος 109.

[52] Παλαιά Διαθήκη, Γένεσις, 18.27.

[53] Πρίμο Λέβι, Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, σ. 64.

[54] Βλ. Σταύρος Ζουμπουλάκης, Στη σκηνή του κόσμου, ό.π. το πρώτο κείμενο «Η Αμερική βομβαρδίζει τη Σερβία και η Ευρώπη βομβαρδίζει τον εαυτό της», σ. 13-22

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s