Η χαμένη αθωότητα της παραγωγικότητας

πηγή: http://pergadi.blogspot.gr/2014/02/blog-post_1343.html

του Claus Peter Ortlieb

“Το ίδιο το κεφάλαιο είναι η κινούμενη αντίφαση : ενώ από τη μία προσπαθεί να περιορίσει τον χρόνο εργασίας στο ελάχιστο, από την άλλη, τοποθετεί τον χρόνο εργασίας σαν μοναδικό μέτρο και πηγή του πλούτου”.
Μαρξ, Grundrisse,Τόμος Β’,Τετράδιο VII,3,σελ.539,Στοχαστής,Αθήνα,1990

Η λεγόμενη πρόοδος της τεχνικής και η συνεχής αύξηση της παραγωγικότητας παρουσιάζονται πολλές φορές ως ο πιθανός δρόμος για μια άνετη ζωή και ως λύση για κάθε πρόβλημα της ανθρωπότητας. Βλέποντας να διπλασιάζεται η παραγωγικότητα τα τελευταία 30/40 χρόνια, κάτι που σημαίνει ότι στον ίδιο χρόνο εργασίας, σήμερα, παράγεται διπλάσια ποσότητα εμπορευμάτων απ’ ότι στη δεκαετία του ’70 , θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι από τότε έχουμε κάνει τεράστια πρόοδο προς ένα μέλον αφθονίας. Φυσικά , αν κάποιος σήμερα υποστήριζε κάτι τέτοιο, με τη σημερινή και ολοένα και μεγαλύτερη περιβαλλοντολογική κρίση,την κρίση των φυσικών πόρων,την κρίση της οικονομίας και του χρηματοπιστωτικού συστήματος, αυτός θα έπρεπε να θεωρείται δίκαιολογημένα ονειροπόλος . Υπάρχει λοιπόν κάποιο λάθος στους υπολογισμούς του και τις υποσχέσεις  .

Πού βρίσκεται το λάθος; Μια πρώτη απάντηση σε αυτό το ερώτημα μας τη δίνει ένα σύνθημα που επαναλαμβάνεται συχνά  : ανταγωνιστικότητα . Η σημασία της παραγωγικότητας βρίσκεται, βασικά, στη σύγκριση : η πιο παραγωγική επιχείρηση παράγει περισσότερα προϊόντα τα οποία στη συνέχεια μπορεί να τα πουλήσει σε χαμηλότερη τιμή , βγάζωντας έτσι τους ανταγωνιστές της εκτός αγοράς . Οι πιο ανταγωνιστικές περιοχές μπορεί να γίνουν ακόμη και παγκόσμιοι ηγέτες των εξαγωγών, ενώ οι λιγότερο παραγωγικές θα πρέπει να αρκεστούν στην κατάρρευση των βιομηχανιών τους .Μ’ αυτή την έννοια,γίνεται σαφές ότι , σε γενικές γραμμές ,οι άνισες αυξήσεις της παραγωγικότητας δεν ωφελούν όλους τους οικονομικούς παράγοντες το ίδιο,αλλά αντίθετα καταστρέφουν πολλούς. Γίνεται σαφές επίσης ότι σε συνθήκες ανταγωνιστικότητας, η αύξηση της παραγωγικότητας δεν χρησιμοποιείται γιαμειωθούν γενικώτερα οι ώρες εργασίας , αλλά, για να εργάζεται μικρότερος αριθμός εργαζομένων περισσότερο.

Αλλά αυτό εξακολουθεί να μην απαντά στο ερώτημα για το που οδηγούν μακροπρόθεσμα οι αυξήσεις της παραγωγικότητας που προκαλεί ο ανταγωνισμός στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα συνολικά . Σύμφωνα με τη φιλελεύθερη ιδεολογία της προόδου, η οποία αρέσκεται να προσφεύγει στην “επιβίωση του ισχυρότερου”, του Δαρβίνου και στην αρχή της “δημιουργικής καταστροφής” του Schumpeter , η ανταγωνιστική δυναμική είναι η κινητήρια δύναμη όχι μόνο της τεχνικής αλλά και της κοινωνική προόδου . Είναι προφανές ότι αυτή η ιδεολογία έχει απαξιωθεί από την εξέλιξη των παγκόσμιων γεγονότων , τουλάχιστον τώρα , στην αρχή του εικοστού πρώτου αιώνα. Λιγότερο προφανείς, ίσως, είναι οι λόγοι που συμβαίνει κάτι τέτοιο.

Παραγωγικότητα, αξία και υλικός πλούτος

Λέμε ότι έχουμε αύξηση της παραγωγικότητας, όταν στον ίδιο χρόνο εργασίας παράγονται περισσότερα υλικά αγαθά ή- πράγμα που ουσιαστικά είναι το ίδιο πράγμα – όταν η ίδια ποσότητα υλικών αγαθών μπορεί να παραχθεί με λιγότερη εργασία , οπότε και μειώνεται η αξία τους . Παραγωγικότητα , λοιπόν , είναι ο λόγος μεταξύ των υλικών αγαθών και του χρόνου εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή τους. Για να κατανοήσουμε την παραγωγικότητα και τις αλλαγές της είναι απολύτως αναγκαίο να γίνεται διάκριση μεταξύ πλούτου με τη μορφή της αξίας και  του υλικού πλούτου [ 1 ]. Όταν ο Μαρξ λέει ( απόσπασμα) ότι το κεφάλαιο τοποθετεί το χρόνο εργασίας ως μοναδικό μέτρο και πηγή του πλούτου, εξετάζει τον πλούτο με τη μορφή της αξίας , μια ιστορικά καθορισμένη μορφή πλούτου, κάτι που ισχύει μόνο για την καπιταλιστική κοινωνία και που αποτελεί την ίδια την ουσία του (βλ. Postone , 1993,σελ. 25 ) . Από την άλλη, ο υλικός πλούτος αποτελείται από αξίες χρήσης που είναι δυνατό να παραχθούν με τη μορφή εμπορευμάτων ή μη. Πεντακόσια τραπέζια , 4.000 ζευγάρια παντελόνια , 200 εκτάρια γης , 14 διαλέξεις στον τομέα της νανοτεχνολογίας ή 30 βόμβες διασποράς ,θα μπορούσαν να θεωρηθούν στην περίπτωση μας, υλικός πλούτος. Αυτή η αξιολόγηση επικεντρώνεται μόνο στην ωφελιμότητα κάθε πράγματος.

Ο καπιταλισμός διαφέρει από οποιαδήποτε άλλη κοινωνική μορφή αφού σαυτόν κυριαρχεί μια άλλη μορφή πλούτου , δηλαδή , ο αφηρημένος πλούτος ή πλούτος με τη μορφή της αξίας, που παίρνει τη μορφή του χρήματος και μετριέται με την αναγκαία ποσότητα εργασίας που χρειάζεται για να παραχθούν τα εμπορεύματα. Ο υλικός πλούτος είναι ένα απαραίτητο συμπλήρωμα μιας καπιταλιστικής επιχείρησης, αλλά δεν είναι ο σκοπός της . Ο σκοπός της είναι η αξιοποίηση της αξίας η αύξηση του αφηρημένου πλούτου : επενδύω χρήματα στην παραγωγική διαδικασία με την προσδοκία ότι , τελικά , θα βγάλω περισσότερα χρήματα ( υπεραξία ) . Οικονομική δραστηριότητα που δεν προϋποθέτει τουλάχιστον αυτή την αύξηση του αφηρημένου πλούτου είναι αδύνατο να υπάρξει.

Αυτή η διαφορά μεταξύ των δύο μορφών του πλούτου δεν είναι σε καμία περίπτωση αυτονόητη. Στον καθημερινό καπιταλισμό , όπου υπάρχει μόνο “καθαρός πλούτος” δεν παίζει κανένα ρόλο. Η κριτική του καπιταλισμού σε αυτό το σημείο είναι, βασικά, κριτική της κατανομής του πλούτου . Η μαρξική κριτική της πολιτικής οικονομίας, αντίθετα, είναι ουσιαστικά μια κριτική αυτής της μοναδικής , διεστραμμένης και υπερβολικής μορφής πλουτισμού ( Postone , 1993,σελ.26 ) , από τη λειτουργία των οποίων εξαρτώνται οι ζωές μας. Αυτή η μορφή , πάντως, – ακόμα και με τα δικά της πρότυπα – λειτουργεί ολοένα και λιγότερο.

Ως προς την έννοια της παραγωγικότητας , η κριτική συγκεντρώνει την προσοχή της μόνο στις ποσοτικές σχέσεις ανάμεσα στις δύο μορφές πλούτου που δημιουργήθηκαν κατά την παραγωγή εμπορευμάτων . Σε κάθε δεδομένη στιγμή αυτές είναι καθορισμένες , αλλά όπως διαπιστώνει ο Μαρξ ,βρίσκονται σε διαρκή κίνηση :

” Ενα μεγαλύτερο ποσό αξίας χρήσης, αποτελεί αυτό καθεαυτό μεγαλύτερο υλικό πλούτο,τα δύο σακάκια είναι περισσότερα από ένα .Με δύο σακάκια μπορείς να ντύσεις δύο ανθρώπους ,με ένα μονάχα έναν άνθρωπο κλπ. Κι όμως μπορεί σε μια αυξανόμενη μάζα υλικού πλούτου ν’ αντιστοιχεί μια ταυτόχρονη πτώση του μεγέθους της αξίας του . Αυτή η αντιθετική κίνηση πηγάζει από το διπλό χαρακτήρα της εργασίας. Η ‘παραγωγικότητα’ είναι φυσικά πάντα, παραγωγικότητα ωφέλιμης συγκεκριμένης εργασίας,[ …] αυτή δεν μπορεί φυσικά να θίγει πια την εργασία μόλις κάνουμε αφαίρεση από τη συγκεκριμένη και ωφέλιμη μορφή της. Γι αυτό, ανεξάρτητα από τις μεταβολές στην παραγωγικότητα, η ίδια εργασία δίνει πάντα στα ίδια χρονικά διαστήματα το ίδιο μέγεθος αξίας”. (Καρλ Μαρξ, το Κεφάλαιο Ι, κεφάλαιο πρώτο, σελ. 60, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2005)

Αξίζει να υπογραμμισθεί η τελευταία πρόταση , αν θέλουμε να καταλάβουμε τα εξής : μια αύξηση της παραγωγικότητας ( 1 ) δεν αλλάζει την αξία (μετρούμενη σε χρόνο εργασίας) των εμπορευμάτων που παράγονται σε μια δεδομένη ημέρα εργασίας , ( 2 ) αυξάνει , όμως , τον υλικό πλούτο που παράγεται σε μια δεδομένη μέρα εργασίας ,οπότε και ( 3 ) μειώνεται , η αξία του κάθε μεμονωμένου προϊόντος .

Οι ανάγκες της παραγωγής αφηρημένου πλούτου

Για τους λόγους αυτούς , η εμπειρικά επαληθεύσιμη ιστορική τάση στον καπιταλισμό προς τη συνεχή αύξηση της παραγωγικότητας οδηγεί σε μια υποτίμηση άλλο τόσο συνεχή του υλικού πλούτου . Και όπως μπορεί να αποδειχθεί ( δεδομένου ότι η υπεραξία είναι πάντα μικρότερη από τη συνολική αξία ενός εμπορεύματος, Ortlieb 2009 ) , ξεκινώντας από ένα ορισμένο σημείο της εξέλιξης του καπιταλισμού, ένα σημείο που το έχει ήδη φτάσει, η συμβολή του κάθε παραχθέντος εμπορεύματος στη συνολική υπεραξία που παράγει η κοινωνία είναι όλο και μικρότερη .

Το κεφάλαιο, που το μόνο του ενδιαφέρον είναι η μεγαλύτερη δυνατή συσσώρευση υπεραξίας , με τις συνεχείς αυξήσεις της παραγωγικότητας είναι σα να πυροβολεί τα πόδια του , αφού οι αναγκαίες υλικές δαπάνες για την επίτευξη της όποιας υπεραξίας, αυξάνονται σταθερά. Το ερώτημα είναι : για ποιο λόγο το κεφάλαιο στρέφεται ενάντια στα ίδια του τα “συμφέροντα”; Η απάντηση θα πρέπει να αναζητηθεί στο γεγονός ότι το πρόβλημα τίθεται εντελώς διαφορετικά από τη σκοπιά των ατομικών κεφαλαίων : με τον ανταγωνισμό (επιχειρήσεων , τοπικών και εθνικών οικονομιών),τα ατομικά κεφάλαια με υψηλότερη παραγωγικότητα αποκτούν ένα πλεονέκτημα έναντι των αντιπάλων τους και έτσι μπορούν να επεκτείνουν το μερίδιο τους στην αγορά .
Από αυτό προκύπτει η παράδοξη κατάσταση όπου ακριβώς τα ατομικά κεφάλαια που κατακτούν μεγαλύτερο κομμάτι από την πίτα της υπεραξίας είναι αναπόφευκτα αυτά που μειώνουν περισσότερο το συνολικό κοινωνικό μέγεθος της. Αυτή είναι η “κινούμενη αντίφαση” που ο Μαρξ προσδιόρισε πριν 160 χρόνια, όπου το κεφάλαιο ,  ακολουθώντας απλά τη δική του λογική , υπονομεύει τη μορφή του πλούτου που απαιτείται για την ύπαρξή του.
Οποιος αδυνατεί να συμμετέχει στην αποβολή του εργατικού δυναμικού από την παραγωγή ,αποβάλεται από την αγορά . Στο βαθμό που ο στόχος όλων των δραστηριοτήτων στον καπιταλισμό είναι η υπεραξία , πράγμα που σημαίνει ότι τα χρήματα που επενδύονται στην παραγωγική διαδικασία πρέπει τελικά να αυγατίσουν , μια οικονομία της αγοράς που λειτουργεί χωρίς ανάπτυξη απλά δεν υπάρχει , αφού χωρίς προοπτικές ανάπτυξης κανείς δεν θα επενδύσει μια δεκάρα .
Αυτό το ζήτημα αξίζει ιδιαίτερη προσοχή εκ μέρους όλων αυτών των καλοπροαίρετων που υποστηρίζουν ότι οι εθνικές οικονομίες , για το καλό της ανθρωπότητας και του περιβάλλοντος , θα πρέπει να στραφούν προς μία παραγωγή χωρίς ανάπτυξη , χωρίς να ζητούν , όμως παράλληλα και το τέλος του καπιταλισμού .

Τι είναι αυτό που αυξάνεται με τρόπο τόσο πιεστικό; Από τη σκοπιά του κεφαλαίου αυτό που πρέπει να αυξηθεί είναι ο αφηρημένος πλούτος, και μαζί με αυτόν, η υπεραξία που αντιστοιχεί σε ακόμα μεγαλύτερο απόθεμα κεφαλαίου,με μεγαλύτερη συσσώρευση κεφαλαίου.Ωστόσο, αν η παραγωγικότητα αυξάνεται,τότε η ποσότητα των παραγόμενων αγαθών θα πρέπει να αυξάνεται πιο γλήγορα από την υπεραξία, αφού μόνο για τη διατήρηση της παραγωγής υπεραξίας σε σταθερά επίπεδα η αύξηση του υλικού πλούτου θα πρέπει να ακολουθεί τον ίδιο ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας .

Η παραγωγή του αφηρημένου πλούτου υπόκειται στη διπλή πίεση της αυξανόμενης υπεραξίας και της αύξησης της παραγωγικότητας, η οποία με τη σειρά της απαιτεί ακόμη υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από την άποψη του υλικού πλούτου. Ιστορικά , ο καπιταλισμός έχει δώσει την απάντησή του σε αυτή την έμφυτη παρόρμηση στην ανάπτυξη με δυο τεράστια κύματα οικονομικής επέκτασης ( Kurz , 1986 ) :

( 1 ) επέκταση  “προς τα έξω” μέσα από σταδιακή κατάκτηση όλων των κλάδων παραγωγής που υπήρχαν ήδη πριν από τον καπιταλισμό, τον καταναγκασμό του εργατικού πληθυσμού προς μία κατάσταση μισθωτής εξάρτησης και την κατάκτηση γεωγραφικού χώρου.

( 2 ) επέκταση ” προς τα μέσα ” , με τη δημιουργία νέων κλάδων παραγωγής , και σε σχέση με αυτούς,τη δημιουργία νέων αναγκών,την παραγωγή για μαζική κατανάλωση και τη διείσδυση στον διαχωρισμένο “γυναικείο” χώρο της αναπαραγωγής .

Η φύση των κατακτημένων χώρων είναι υλική και άρα αυτοί είναι πεπερασμένοι. Ηταν λοιπόν αναμενόμενο η αλόγιστη ανάπτυξη του αφηρημένου πλούτου να εξαντλήσει τα όρια της. Η στιγμή αυτή έχει φτάσει, και τα πράγματα έχουν γίνει οριακά ως προς τις δύο ακόλουθες πλευρές τους:

Τα εσωτερικά και εξωτερικά όρια του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής

Αναφορικά με το ζήτημα της επέκτασης του κεφαλαίου ,ο  Robert Kurz διαπίστωνε, ήδη στα μέσα της δεκαετίας του ’80 , για το ποια θα ήταν μία από τις επιπτώσεις της  “μικροηλεκτρονικής επανάστασης”  ( Kurz , 1986 ) :

” Οι δύο κύριες μορφές ή πτυχές της διαδικασίας της καπιταλιστικής επέκτασης αρχίζουν να φτάνουν τώρα στα υλικά απόλυτα όρια τους. Η κεφαλαιοποίηση έφτασε στα όρια της στη δεκαετία του εξήντα , και αμέσως μετά σταμάτησε εντελώς να απορροφά ζωντανή εργασία . Την ίδια περίοδο , οι εξελίξεις της έρευνας στον τομέα της μικροηλεκτρονικής οδήγησαν τη διαδικασία μετασχηματισμού της συγκεκριμένης εργασίας σε ένα ριζικά νέο στάδιο . [ … ] . Η μαζική εξάλειψη   ζωντανής παραγωγικής εργασίας ως η πηγή δημιουργίας της αξίας , δεν μπορεί πλέον να αντισταθμιστεί από τη μαζική παραγωγή νέων προϊόντων “σε χαμηλότερη τιμή”, επειδή αυτή η μαζική παραγωγή δεν είναι πλέον σε θέση να απορροφήσει τους εργαζόμενους που αλλού “περισσεύουν”. Έτσι καταστρέφεται, με έναν τρόπο ιστορικά αμετάκλητο η ισορροπία μεταξύ εξάλειψης της ζωντανής παραγωγικής εργασίας μέσα από τη διαδικασία ορθολογικής οργάνωσης από τη μία πλευρά , και την απορρόφηση της ζωντανής παραγωγικής εργασίας μέσα από την κεφαλαιοποίηση ή τη δημιουργία νέων τομέων παραγωγής , από την άλλη : στο εξής , θα εξαλειφθεί αναπόφευκτα περισσότερη εργασία από ό, τι μπορεί να απορροφηθεί”.

 αναγνώριση ότι ” στο εξής , θα εξαλειφθεί αναπόφευκτα περισσότερη εργασία από ό, τι μπορεί να απορροφηθεί” βασίζεται ουσιαστικά στην υπόθεση ότι το κεφάλαιο δεν είναι πλέον σε θέσει να παράγει καινοτόμα προϊόντα που να αντισταθμίζουν τις απώλειες στην παραγωγή αξίας και υπεραξίας που τις προκαλούν οι καινοτομίες στη διαδικασία. Πολλοί υποστηρίζουν το αντίθετο , αν και σήμερα , ένα τέταρτο του αιώνα μετά, ακόμα να δούμε τέτοιες καινοτομίες. Θυμηθείτε ότι δεν αναφερόμαστε μόνο σε νέα προϊόντα και τις ανάγκες που τα συνοδεύουν, αλλά σε νέα προϊόντα των οποίων η παραγωγή απαιτεί τόσο μεγάλες ποσότητες εργασίας, έτσι ώστε να μπορούν να αντισταθμίζουν τουλάχιστον τις δυνατότητες εξορθολογισμού της μικροηλεκτρονικής.

Εμπειρικά , τα εσωτερικά όρια της καπιταλιστικής παραγωγής εμφανίζονται ως συγκέντρωση των επιχειρήσεων , ως αποτέλεσμα της αρχής του ανταγωνισμού και της διαρθρωτικής ανεργίας . Η αυτοκινητοβιομηχανία , όπου ο DH Lamparter περιγράφει καλά την κατάσταση , αποτελεί ένα τέλειο παράδειγμα :

” Η ουσία του προβλήματος : ακόμη και αν οι Γερμανοί κατασκευαστές ήταν σε θέση να κρατήσουν σταθερό το ποσοστό των πωλήσεων των αυτοκινήτων τους στα σημερινά επίπεδα, με κάθε νέο μοντέλο η πίεση για απασχόληση αυξάνεται. Όταν η Volkswagen σταματησε να κατασκευάζει το Golf V για να περάσει στο Golf VI, ο Μ. Winterkorn , ένας διευθυντής της Volkswagen , με υπερηφάνεια ανακοίνωνε κατά την παρουσίαση του νέου μοντέλου , ότι η παραγωγικότητα αυξήθηκε κατά 10 % στο Wolfsburg και  στο Zwickau ξεπέρασε το 15 %  . Αυτό σημαίνει ότι, για την συναρμολόγηση του ίδιου αριθμού αυτοκινήτων απαιτούνται 15 % λιγότεροι εργαζόμενοι . Ως εκ τούτου , εάν οι πωλήσεις του Golf VI δεν αυξηθούν αντοίστιχα, οι θέσεις εργασίας θα κινδυνεύσουν. Και το ίδιο συμβαίνει και με τα νέα μοντέλα της BMW ,της  Mercedes και της Opel . Σε ορισμένες από αυτές τις περιπτώσεις , η παραγωγικότητα αυξήθηκε θεαματικά κατά 20 %”.

Αν η παραγωγικότητα αυξάνεται κατά 15 % ,τότε οι πωλήσεις θα πρέπει να αυξάνονται το ίδιο, ώστε να παράγεται η ίδια μάζα αξίας και υπεραξίας (μετρούμενη με όρους εργάσιμου χρόνου) , δεδομένου ότι μόνο από την τιμή αυτή και πάνω, είναι δυνατόν να υπάρξουν κέρδη . Εάν δεν επιτευχθεί αυτός ο στόχος ,τότε όχι μόνο θα απολύονται εργαζόμενοι , αλλά και το επενδυμένο στον κλάδο της αυτοκινητοβιομηχανίας κεφάλαιο, θα πάψει να έχει τα ίδια κέρδη όπως πριν. Οι εταιρείες που απειλούνται περισσότερο από την πτώση των κερδών είναι εκείνες που δεν μπορούν να συμβαδίσουν με την αύξηση της παραγωγικότητας , γεγονός που εξηγεί την υπερηφάνεια του διευθυντή της Volkswagen , που μπορεί να προσβλέπει σε μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς και ίσως  σε αύξηση των κερδών. Ωστόσο ,συνοψίζοντας, σε ένα βιομηχανικό τομέα στο σύνολο του, η αύξηση της παραγωγικότητας μαθηματικά οδηγεί σε μείωση των κερδών .

Παράλληλα με αυτά τα εσωτερικά όρια , τα εξωτερικά όρια προβάλλουν στη σκηνή σαν οικολογικά όρια της ανάπτυξης , αν και ακόμη δεν έχουν αναγνωριστεί επαρκώς κάτω από αυτό το πρίσμα, όπως μας δείχνει το φάντασμα μιας “οικονομίας της αγοράς, χωρίς ανάπτυξη”. Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 , ο Moishe Postone έχει δείξει αυτή τη σχέση ( Postone , 1993 ) :

” Αφήνονταςστην άκρη την όποια εκτίμηση για τα πιθανά όρια ή εμπόδια στη συσσώρευση του κεφαλαίου, μία από τις συνέπειες αυτής της ιδιαίτερης δυναμικής – η οποία αυξάνει σημαντικά τον υλικό πλούτο παρά την υπεραξία – είναι η επιταχυνόμενη καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος ( … ). Το μοντέλο που περιέγραψα εδώ, υποδηλώνει ότι , στην κοινωνία όπου η μορφή εμπόρευμα κυριαρχεί πλήρως , δημιουργείται μια ένταση μεταξύ των οικολογικών ανησυχιών και των επιταγών της αξίας ως μορφής πλούτου και κοινωνικής διαμεσολάβησης ( …) . Η ένταση μεταξύ των αναγκών της μορφής εμπόρευμα και των οικολογικών αναγκών γίνεται πιο έντονη όσο αυξάνεται η παραγωγικότητα και , ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της οικονομικής ύφεσης και τις περιόδους υψηλής ανεργίας, βάζει ένα σοβαρό δίλημμα. Αυτό το δίλημμα και η ένταση  με την οποία έχει ριζώσει είναι σύμφυτη  με τον καπιταλισμό, και η λύση τους δεν θα είναι δυνατή όσο η αξία παραμένει η κυρίαρχη μορφή του κοινωνικού πλούτου”.

Στην καθημερινή πολιτική , το δίλημμα που περιγράφεται εδώ, εμφανίζεται ως μια σύγκρουση μεταξύ της πολιτικής για το περιβάλλον και την πολιτική για την οικονομική ανάπτυξη : ενώ με όρους περιβαλλοντικής πολιτικής , υπάρχει συμφωνία ότι η διάδοση παγκοσμίως του αμερικανικού τρόπου ζωής ή και μόνο του δυτικοευρωπαϊκού τρόπου ζωής, κουβαλούν μαζί τους μια άνευ προηγουμένου περιβαλλοντική καταστροφή, οι φορείς που ασχολούνται με την οικονομική ανάπτυξη πρέπει να ακολουθούν με ακρίβεια αυτό το στόχο , έστω κι αν δεν είναι ρεαλιστικός. Ή , σύμφωνα με τη λογική του παρόντος άρθρου : χρησιμοποιώντας και μόνο το μισό διαθέσιμο εργατικό δυναμικό παγκοσμίως σε ένα επίπεδο αναγκαίο για την παραπέρα συσσώρευση του κεφαλαίου και διατηρώντας ταυτόχρονα το τρέχον επίπεδο παραγωγικότητας της εργασίας (με το αντίστοιχο παραγωγικό αποτέλεσμα και χρήση των αντίστοιχων πόρων ),κάτι τέτοιο θα είχε ως αποτέλεσμα την άμεση κατάρρευση του πλανητικού οικοσυστήματος .

Σε κάθε περίπτωση , ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής  έχει φτάσει στο τέλος των αναπτυξιακών δυνατοτήτων του, λόγω της δικής του υποχρεωτικής δυναμικής. Η παγκόσμια κοινωνία έχει μπροστά της δύο εναλλακτικές λύσεις : είτε να υποταχθεί στη δυναμική του ή να απελευθερωθεί από την τυραννία του αφηρημένου πλούτου και να προγραμματίσει την κοινωνική αναπαραγωγή με κριτήρια σχεδιασμού , αυτή τη φορά , καθαρά πρακτικά .Στη συνέχεια, η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων θα μπορούσε να επανακτήσει την αθωότητά της : από τη μία πλευρά , δεν θα πρέπει να γίνουν πράξη, οπωσδήποτε, όλες οι ενδεχόμενες αυξήσεις της παραγωγικότητας, δεδομένου ότι καμία δραστηριότητα δεν γίνεται πιο ελκυστική όταν γίνεται πιο γρήγορα , και, από την άλλη, επειδή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να βελτιώσει , πραγματικά, τη ζωή των ανθρώπων.

Σημειώσεις
Αυτή η διαφορά γίνεται ασαφής από το ότι οι εμπειρικές οικονομικές μελέτες υπολογίζουν την παραγωγικότητα στο ΑΕΠ (ακαθάριστο εγχώριο προϊόν) με ώρες εργασίας, οπότε αυτή η εκροή εργασίας (labor output) εκφράζεται από την αρχή αποκλειστικά σε νομισματικές αξίες. Παρ ‘όλα αυτά, το (πραγματικό) ΑΕΠ θα πρέπει να αντιπροσωπεύει το συνολικό ποσό των αγαθών που παράγονται και τις υπηρεσίες που παρέχονται. Μια τέτοια σύγχυση θα πρέπει να αποφεύγεται.
Βιβλιογραφία
Kurz, Robert (1986): Die Krise des Tauschwerts, Marxistische Kritik 1, pgs. 7-48
Μαρξ, Καρλ (Grundrisse): Grundrisse:Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας,τόμος Β’, Μετάφραση Διονύσης Διβάρης,Αθήνα 1990.
Μαρξ, Καρλ (το Κεφάλαιο I): Κεφάλαιο, τόμος 1. Μετάφραση Παναγιώτης Μαυρομμάτης ,Αθήνα 2005
Ortlieb, Claus Peter (2009): Ein Widerspruch von Stoff und Form, EXIT! Krise und Kritik der Warengesellschaft 6, pgs. 23-54
Postone, Moishe (1993): Time, Labor, and Social Domination, Cambridge
Advertisements

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s