Robert Kurz “Ο διπλός Μαρξ”


Όταν τιμούμε γεννήσεις, θανάτους ή άλλες επετείους που χρονολογούνται πίσω από έναν αιώνα, το αντικείμενο της ανάμνησης έχει, τις περισσότερες φορές, ήδη καταστεί κομμάτι για μουσείο, τοποθετημένο ανάμεσα σε ευρήματα ενός παρελθόντος νεκρού που δεν ξυπνά το παραμικρό συναίσθημα. Πολιτιστικές σελίδες των εφημερίδων, προσωπικότητες του πολιτισμού και ιστορικοί διαχειριστές και διευθυντές μπορούν και γιορτάζουν το ‘συμβάν’ τους ακουμπώντας με ευχαρίστηση στις προθήκες μέσα στις οποίες κοιμούνται τα έγγραφα πάνω στα οποία θα αναφερθούν, ντοκουμέντα που κάποτε ενθουσίαζαν τα πλήθη. Το ‘Μανιφέστο του κομουνιστικού κόμματος’, που έγραψαν το 1948 δυο νεαροί τότε σχεδόν άγνωστοι, οι Karl Marx και Friedrich Engels, διατήρησε για πολύ καιρό μια εκπληκτική φρεσκάδα. Ένα κείμενο που, μετά από περισσότερο ενός αιώνα, εξακολουθεί να προσελκύει μίση φλογισμένα και δείκτες συγκομιδής, ένα κείμενο τόσο διαδεδομένο όσο μπορεί να είναι η Βίβλος – ένα τέτοιο κείμενο πρέπει αναγκαστικά να περιέχει αρκετό πνευματικό δυναμίτη για να αντέχει μια ολόκληρη εποχή.

Παρ’ όλα αυτά, το ‘Μανιφέστο’ δεν θα γιορτάσει πλέον το 150ο γενέθλιό του στο ρόλο μεγάλης επιφυλακής συζητημένης με πάθος στο μέσο των κοινωνικών αγώνων. Κάποια στιγμή των χρόνων του 1980, το αργότερο με την στροφή του 1989, αυτό το κείμενο που είχε παραμείνει πυρακτωμένο για τόσο πολύ καιρό, ξαφνικά γίνεται κρύο και ήπιο, το μήνυμά του σαν να παγώνει στη διάρκεια μιας νύχτας και, αν και το μελετούμε ακόμη σήμερα, το κάνουμε δίχως συναίσθημα, μόνο σαν τίτλο μαρτυρίας μιας ιστορίας που πέρασε. Όλο αυτό όμως δεν αναιρεί, δεν ρευστοποιεί την θεωρία του Κάρλ Μάρξ – αυτή μπορεί να παραγραφεί, να σβήσει και να περάσει στην κυριαρχία της ιστορίας μόνο μαζί με τον καπιταλισμό – και δεν επιτρέπει την απόρριψη του περιεχομένου του ‘Μανιφέστου’ αφήνοντας να εννοηθεί πως από την αρχή επρόκειτο για εκτροπή. Όταν κυκλοφορεί τέτοιου είδους ισχυρισμούς, ο νεοφιλελευθερισμός δεν κάνει τίποτα άλλο από το να γαυγίζει, για άλλη μια φορά και πάντα, με τον αιώνιο στόχο της οργής του, και την ίδια στιγμή αποδεικνύει πως και αυτός ο ίδιος ανήκει σε μια άλλη εποχή, απ’ τη στιγμή που εκείνος ο στόχος δεν είναι σε κατάσταση να αντιπροσωπεύει την ελάχιστη κριτική σε ένα καπιταλισμό που εν τω μεταξύ συνέχισε την ανάπτυξή του.

Για να μπορέσουμε να καταλάβουμε γιατί το ‘Μανιφέστο’ για τόσο μεγάλο διάστημα εξέφρασε μια αλήθεια, και έχασε στη συνέχεια αυτή τη σχετικότητα προς το τέλος του 20ου αιώνα, είναι ανάγκη να ξέρουμε να αναγνωρίσουμε τον αντιφατικό χαρακτήρα μιας μαρξιστικής θεωρίας που λανθασμένα θεωρήθηκε σαν μια μονολιθική ενότητα. Υπάρχει, εάν μπορούμε να το πούμε έτσι, ένας ‘διπλός’ Μαρξ : δύο θεωρητικοί μέσα στο ίδιο κρανίο, οι οποίοι ακολουθούν δυο οδούς επιχειρηματολογίας τελείως διαφορετικές. Ο Μαρξ Νο 1, είναι ο ‘εξωτερικός’ και θετικός Μαρξ που γνωρίζει πολύ καλά το κοινό, απόγονος, και αντιφρονών, του φιλελευθερισμού, αναλυτής της πολιτικής των καιρών του και μέντορας του εργατικού κινήματος, που δεν αξιώνει τίποτα περισσότερο από κοινωνικά δικαιώματα και ‘ένα δίκαιο μισθό για μια δίκαιη εργατική μέρα’. Υιοθετώντας την οντολογική ματιά της ‘εργασίας’, μαζί με την προτεσταντική ηθική που την συνοδεύει, αυτός ο Μαρξ ξεκινά το πόλεμο ενάντια στην ‘υπεραξία που δεν αποδίδεται’, και θέλει ν’ αντικαταστήσει την ‘ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής’ με την κρατική ιδιοκτησία. Δίχως αμφιβολία αυτός είναι ο Μαρξ του ‘κομουνιστικού Μανιφέστο’, στου οποίου το επίπεδο ο Ένγκελς, σύντροφος του Μαρξ και συν-συγγραφέας του κειμένου, συμμορφώθηκε σε όλη του τη ζωή. Είναι το Μανιφέστο του ‘ταξικού αγώνα’, ο οποίος χαρακτήρισε την εξέλιξη του σύγχρονου κόσμου, ανάμεσα στο 1848 και το 1989. ”Το δικαίωμά σας δεν είναι άλλο από την τάξη σας που έχει καταστεί νόμος”. – γράφουν οι Μαρξ και Ένγκελς, αναφερόμενοι σε μια αστική τάξη καπιταλιστική και ακόμη νέα. Ω, βέβαια, οι περίφημες ‘υλικές συνθήκες’ έχουν τη σπουδαιότητά τους, εκείνο όμως που καθορίζει σε τελευταία ανάλυση την εξέλιξη της ιστορίας, είναι ολόκληρη η υποκειμενικότητα και η συνειδητή θέληση των κοινωνικών συμφερόντων σε σύγκρουση : ‘τάξη ενάντια σε τάξη’, δίχως πλέον να αναρωτιόμαστε με περισσότερη λεπτομέρεια στον τρόπο με τον οποίο αυτά τα μετα- κοινωνικά -υποκείμενα, και τα συμφέροντά τους, είναι πραγματικά ορισμένα. Αντηχούν εδώ, πολύ ευδιάκριτες, ηχώ από κουβέντες του διαφωτισμού, σύμφωνα με τις οποίες δύναται να αναχθεί, σχεδόν επιστημονικά, η κοινωνία και η εξέλιξή της σε πράξεις συνειδητής επιλογής.
Ξεκινώντας από αυτό, ο στόχος καθίσταται απλά η ανατροπή των παρόντων σχέσεων κυριαρχίας, δηλαδή ‘η ανάδειξη του προλεταριάτου σε κυρίαρχη τάξη’, αφού ‘το προλεταριάτο θα πρέπει να υπηρετήσει την πολιτική του υπεροχή για να αποσπάσει, σταδιακά, όλο το κεφάλαιο από τους αστούς’. Ξαφνικά, η έννοια του κεφαλαίου δεν ορίζει πλέον μια κοινωνική σχέση αλλά τη συσσώρευση υλικού πλούτου που μια τάξη δύναται να αποσπάσει από μια άλλη και των οποίων η κοινωνική μορφή δεν λαμβάνεται πλέον υπ όψη. Χρήμα και Κράτος μοιάζουν έτσι οντότητες ουδέτερες που ανταγωνίζονται και των οποίων η μια ή η άλλη τάξη μπορεί να κάνει, με κάποιο τρόπο, λεία της. Το προλεταριάτο νομιμοποιείται ηθικά, σε αυτό τον αγώνα, από τον ρόλο αντιπροσώπου της ‘εργασίας’ μπροστά σε εκείνους τους ‘εισοδηματίες δίχως εργασία’, τα παράσιτα, τους καπιταλιστές. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, το ‘Μανιφέστο’ λοιπόν αξιώνει σαν μέτρα αδιαπραγμάτευτα ‘την συγκέντρωση της πίστωσης στα χέρια του Κράτους’, ‘την αναγκαστική εργασία για όλους’, ή, ακόμη, ‘την οργάνωση βιομηχανικών στρατών [!]‘.

Ο Αντόρνο ήξερε τι έλεγε όταν κατηγορούσε τον Μαρξ του ‘Μανιφέστο’ πως ήθελε να μεταμορφώσει τον κόσμο σε ένα τεράστιο σπίτι εργασίας. Οι σοσιαλιστικές δικτατορίες ανάπτυξης, όπως γνωρίσαμε αυτή της Σοβιετικής Ένωσης και κάποιων χωρών του τρίτου κόσμου, είχανε πραγματικά όλα τα γνωρίσματα ενός κομουνισμού στρατοπέδου που βασίζονταν σε μια ουτοπική όψη της εργασίας.
Αφού είπαμε αυτά, στον ίδιο χρόνο υπάρχει ένας τελείως διαφορετικός Μάρξ. Ο Μάρξ Νο 2, ο ‘εσωτερικός’ Μάρξ και αρνητικός, που παραμένει ακόμη σήμερα άγνωστος και στο σκοτάδι, που ανακάλυψε τον φετιχισμό της κοινωνίας και της ριζοσπαστικής κριτικής, τόσο της ‘αφηρημένης εργασίας’ και του καταπιεστικού ήθους που την συνοδεύει και που χαρακτηρίζει το μοντέρνο σύστημα παραγωγής εμπορευμάτων. Ο Μαρξ νο 2 επικεντρώνει την θεωρητική του ανάλυση όχι πλέον στα συμφέροντα που ενυπάρχουν στο σύστημα αλλά, μάλλον, στην ιστορική του φύση. Το ερώτημα δεν είναι πλέον εκείνο της ‘μη πληρωμένης υπεραξίας’ ή της νομικής εξουσίας να διαθέτει της ατομικής ιδιοκτησίας, αλλά εκείνο της κοινωνικής μορφής αυτής της ίδιας της αξίας, μια μορφή που είναι κοινή σε όλες τις τάξεις σε ανταγωνισμό και που είναι επίσης ο κυριότερος υπεύθυνος της απόκλισης των συμφερόντων τους. Αυτή η μορφή είναι ‘φετίχ’ από τη στιγμή που συνιστά δομή δίχως υποκείμενο, μια δομή που ενεργεί ‘πίσω από τις πλάτες’ των ανθρώπων και τους υποβάλλει σε κυβερνητική διαδικασία ασταμάτητη της μεταμόρφωσης της ανθρώπινης ενέργειας σε χρήμα. Εάν αναφερθούμε στο θεωρητικό επίπεδο του Μάρξ νο 2, το μεγαλύτερο μέρος του ‘κομουνιστικού Μανιφέστο’ μοιάζει ολόκληρο δίχως νόημα. Μια και σε αυτό το επίπεδο το κεφάλαιο δεν είναι πλέον ένα πράγμα που μπορεί να παρθεί από την κυρίαρχη τάξη : είναι η κοινωνική σχέση του χρήματος ολοκληρωμένου, συνδεδεμένο με τον εαυτό του σε ένα κλειστό κύκλωμα, έγινε ‘κεφάλαιο’, και αυτό σημαίνει πως, με μια φαντασμαγορική χειρονομία, γίνεται αυτόνομο και συμπεριφέρεται ήδη [όπως ο Μαρξ αργότερα θα γράψει στο Κεφάλαιο] σαν ‘αυτόματο υποκείμενο’. Για να ξεπεραστεί αυτή η παράλογη σχέση και να δοθεί ένα τέλος στον μοντέρνο φετιχισμό δεν μπορούμε πλέον να αρκούμαστε στη διαιώνιση των αγώνων για τα συμφέροντα που είναι έμφυτα στο σύστημα. Αντίθετα, εκείνο που πρέπει να κάνουμε είναι τελικά μια συνειδητή ρήξη με την κοινή μορφή των διαφορετικών συμφερόντων, για να περάσουμε από την τρελή κίνηση της αξίας και των κατηγοριών της [‘εργασία’, ‘εμπόρευμα’, ‘χρήμα’, ‘αγορά’, ‘Κράτος’] σε μια ‘διαχείριση των πραγμάτων’ κοινή και χειραφετημένη, και να προσελκύσουμε συνειδητά μέρος των παραγωγικών δυνάμεων σύμφωνα με τα κριτήρια της ‘ευαίσθητης αιτίας’, σε θέση να εγκαταλειφθούν στην τυφλή υποταγή μιας ‘μηχανής ‘ φετίχ.
Τι σχέση υπάρχει ανάμεσα στον Μαρξ νο 1 έξωτερικό’ και τον Μαρξ νο 2 ‘εσωτερικό’ ; Αυτό που είναι σίγουρο είναι πως δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε τον διπλό Μαρξ ανάμεσα σε ένα ‘νέο Μαρξ’και ένα ‘μαρξ της ωριμότητας’, διότι το πρόβλημα θα εμφανίζονταν ξανά κάτω από τη μορφή αντίφασης που διασχίζει όλο το θεωρητικό του έργου.Μπορούμε να βρούμε στοιχεία κριτικής της ‘εργασίας’ και του φετιχισμού της μορφής αξίας στα γραπτά της νεότητας που προηγούνται του κομουνιστικού Μανιφέστο, έτσι όπως, αντιστρόφως, τα ξαναβρίσκουμε στο Κεφάλαιο και στα τελευταία κείμενα, στοιχεία του τρόπου σκέψης που επανέρχεται σε κοινωνιολογικό επίπεδο. Το πρόβλημα είναι πως ο Μαρξ, στην εποχή του, δεν μπορούσε να αναγνωρίσει την αντίφαση στη θεωρία του, στο μέτρο που αυτή η αντίφαση δεν υπήρχε μόνο στη θεωρία αλλά και στην ίδια την πραγματικότητα. Ο Μάρξ σημειώνει την κοινή αδημοσίευτη μορφή και τον ιστορικά περιορισμένο χαρακτήρα των συμφερόντων αντιτιθέμενων τάξεων, αυτή του όμως η σημείωση δεν μπορεί να έχει κανένα πρακτικό αποτέλεσμα : το σύγχρονο σύστημα παραγωγής εμπορευμάτων πρέπει ακόμη να διατρέξει μια τροχιά ανάπτυξης μακριά 150 χρόνια. Να γιατί το εργατικό κίνημα, αφήνοντας κατά μέρος τον Μαρξ νο 2, δεν μπόρεσε να αφομοιώσει άλλο από τις θεωρίες του κομουνιστικού Μανιφέστο.

Με αυτή την έννοια, ο ‘αγώνας των τάξεων’ διαδραματίζει μια σημασία τελείως καινούργια : μακριά απ’ το να έχει εργαστεί για την πτώση του καπιταλιστικού συστήματος, υπήρξε περισσότερο η εσωτερική μηχανή ανάπτυξής του. Το εργατικό κίνημα, περιοριζόμενο στην φετιχιστική μορφή των συμφερόντων του, ενσωματώνει κατά κάποιο τρόπο την πρόοδο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ενάντια στον έμφυτο συντηρητισμό των καπιταλιστικών ελίτ της εποχής. Επέβαλε αυτό την αύξηση των μισθών, τη μείωση του χρόνου εργασίας, την ελευθερία στο συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι, την καθολική ψηφοφορία, την επέμβαση του Κράτους στην οικονομία, την βιομηχανική πολιτική, την πολιτική για την απασχόληση, κλπ, σαν απαραίτητες συνθήκες για την ανάπτυξη και την επέκταση του βιομηχανικού καπιταλισμού. Και το ‘κομουνιστικό Μανιφέστο’ στάθηκε ο λαμπερός φάρος αυτής της παγκόσμιας κίνησης στο εσωτερικό από το κουκούλι του φετιχισμού. Εάν αυτό το κίνημα σήμερα βρίσκεται σε κατάσταση εμφράγματος, είναι διότι ακριβώς μπροστά του ο καπιταλισμός δεν έχει το παραμικρό ορίζοντα ανάπτυξης. Ο ‘ταξικός αγώνας’ ετελείωσε και το ‘Μανιφέστο κομουνίστα’ έχασε τη δύναμή του. Το ηλεκτρισμένο του ρήμα πάγωσε σε ιστορικό ντοκουμέντο. Αυτό το κείμενο δεν αντιστοιχεί πλέον στη πραγματικότητα απ’ τη στιγμή πουέχει εκπληρώσει την αποστολή του. Αυτός είναι και ο λόγος που σήμανε η ώρα του Μαρξ νο 2 ‘εσωτερικού’ : η κοινή αναφορά στο ‘αυτόματο υποκείμενο’ , που στην ιστορική εποχή της πάλης των τάξεων δεν γίνονταν με τίποτα αντιληπτό σαν φαινόμενο ξεχωριστό, και κατά κάποιο τρόπο παρέμενε ‘αόρατο’, συνιστά πλέον φλέγον πρόβλημα και η παγκόσμια κρίση θα σημαδεύσει βαθιά τον νέο αιώνα. Έχουμε ανάγκη να γράψουμε ένα καινούργιο μανιφέστο, του οποίου ακόμη δεν έχει βρεθεί η γλώσσα.

– Robert Kurz –

Advertisements

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s