Πλατεία Ελευθερίας, ένα πάρκο αμνησίας;

ένα παλιότερο αξιόλογο άρθρο της Σοφίας Χριστοφορίδου Όταν το 2010 ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης κ.Γιάννης Μπουτάρης μιλούσε για τη μετατροπή της Πλατείας Ελευθερίας από πάρκινγκ σε πάρκο μνήμης για τους Εβραίους Σαλονικιούς που χάθηκαν στο Ολοκαύτωμα δεν θα μπορούσε να προβλέψει ότι στις προτάσεις που κατατέθηκαν στον διεθνή αρχιτεκτονικό διαγωνισμό δεν θα υπήρχε καν το πολύπαθο μνημείο του Ολοκαυτώματος. Ο διαγωνισμός έγινε, η κριτική επιτροπή ψήφισε την καλύτερη πρόταση και στη συνέχεια κλήθηκαν εκ των υστέρων (!) οι πολίτες σε δημόσια διαβούλευση για να πουν την άποψή τους για την πλατεία. Παρόλο που μου φάνηκε ολίγον τι παρωδία η όλη διαδικασία, αποφάσισα να πάω στην εκδήλωση. Έφτασα με λίγη καθυστέρηση και πέτυχα στο βήμα τον ομότιμο καθηγητή αρχιτεκτονικής και πρόεδρο της κριτικής επιτροπής του διαγωνισμού κ. Δημήτρη Φατούρο ο οποίος έθεσε το βασικό ερώτημα: μια πλατεία με επίκεντρο το ιστορικό γεγονός που την έχει στιγματίσει; (δηλαδή το «μαύρο Σάββατο» του 1942 όπου συγκεντρώθηκαν εκεί 9.000 εβραίοι σαλονικείς και αφού υπέστησαν δημόσιο εξευτελισμό στάλθηκαν στα καταναγκαστικά έργα;) ή μια πλατεία με λίγο από όλα, που θα αναδεικνύει και τα άλλα στοιχεία της, το ίχνος του βυζαντινού τείχους, τη σχέση με τη θάλασσα κλπ; Για τον ίδιο η πλατεία «δεν είναι πολύ μεγάλη για να έχει πολλές διακριτές ενότητες» και θα έπρεπε «να θυμίζει και την αγριότητα και την τρυφερότητα που υπάρχει για τη ζωή». Εμμέσως πλην σαφώς είπε τη γνώμη του. Θα παραλείψω τα διάφορα θεωρητικά που είπαν άλλοι αρχιτέκτονες και πολεοδόμοι για να πάω στον κ. Γιάννη Μέγα, πολιτικό μηχανικό, ιστοριοδίφη και σύμβουλο της ομάδας μελέτης που κέρδισε το 1ο βραβείο. Ο οποίος κάνοντας μια ιστορική αναδρομή, μας είπε ότι εκεί αποβιβάστηκε ο δούκας του Εδιμβούργου το 1888, εκεί κι ο βαρόνος Ρότσιλντ το 1896, από εκεί έφυγε ο Βενιζέλος το 1913, μετά την απελευθέρωση, και εκεί έφτασε το 1916 για να ιδρύσει στη Θεσσαλονίκη την τριανδρία. Εκεί έβγαζαν τους πύρινους λόγους τους οι Νεότουρκοι που ζητούσαν Σύνταγμα το 1908 και από εκεί πέρασαν (!!!) δυο Έλληνες αξιωματικοί, για να παν στου Φλόκα και να πιουν τον καφέ τους, δυο μέρες πριν την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης. Κι αναρωτιέμαι εγώ, τι από όλα αυτά μπορεί να συγκριθεί με το «μαύρο Σάββατο» του 1942; Την ημέρα που, όπως κι ο κ. Μέγας ανέφερε, συγκεντρώθηκαν οι εβραίοι της Θεσσαλονίκης και υπέστησαν ταπεινωτικές και εξοντωτικές δοκιμασίες από τους Ναζί. (Για αυτή την πλατεία με αυτά τα χαρακτηριστικά, που από τη δεκαετία του ’50 είναι πάρκιγκ, γιατί προφανώς μεταπολεμικά κάποιοι θέλησαν να θάψουν και τη μνήμη, μαζί με τους νεκρούς, ο δήμος έβαλε ορισμένες προδιαγραφές μεταξύ των οποίων και η ανάδειξη της ιστορικής µνήµης της πλατείας, έτσι, γενικώς κι αορίστως. Οι αρχιτέκτονες πορεύτηκαν με βάση τους όρους του διαγωνισμού, για τον οποίον αρμόδιος ήταν ο αντιδήμαρχος Αρχιτεκτονικού Ανδρέας Κουράκης, και έκαναν μελέτες εντός των ορίων και των όρων που τους τέθηκαν.) Κλείνω την παρένθεση και επιστρέφω στην εκδήλωση, όπου ο κ. Θεμιστοκλής Χατζηγιαννόπουλος, ένας εκ των δυο της ομάδας αρχιτεκτόνων που κέρδισε το πρώτο βραβείο μας παρουσίασε το σκεπτικό: πάνω από όλα μια αστική πλατεία, φιλική στον χρήστη και τον επισκέπτη, που να αναδεικνύει την ιστορία της «όχι με τρόπο αναγκαστικό αλλά υπαινικτικό» ώστε να την αντιλαμβάνεται «μόνο όποιος και όταν θέλει». Πως θα γίνει αυτό; Η πλατεία ουσιαστικά μετατρέπεται σε ένα πάρκο με δέντρα και στο επίκεντρο μπαίνει μια στήλη ύψους 20 μέτρων η κορυφή του οποίου θα λειτουργεί ως «επιλεκτικό ηλιακό ρολόι». Στο δάπεδο της πλατείας θα υπάρχουν πλάκες που θα γράφουν για τα ιστορικά γεγονότα (κίνημα Νεότουρκων, πυρκαγιά 1917, μνημείο ολοκαυτώματος) και την ημέρα και ώρα που συνέβη το κάθε γεγονός το ηλιακό ρολόι θα φωτίζει την αντίστοιχη πλάκα. Το μνημείο του Ολοκαυτώματος δεν απεικονιζόταν πουθενά στην παρουσίαση, αλλά εκ των υστέρων οι αρχιτέκτονες διαβεβαίωσαν προφορικά ότι φυσικά και θα υπάρχει το μνημείο, θα μεταφερθεί στην περιοχή του ηλιακού ρολογιού και θα φωτίζεται από το φως του ήλιου, στις 11 Ιουλίου κάθε χρόνο, για να μας θυμίζει όσα συνέβησαν εκεί… Ακολούθησε ο καθηγητής αρχιτεκτονικής του ΑΠΘ κ. Φίλιππος Ωραιόπουλος που οραματίστηκε μια πλατεία γεμάτη κυπαρίσσια και τη δημιουργία ενός τείχους από τις ταφόπλακες των εβραίων που είναι διάσπαρτες στην πόλη (μόνο που για αυτό ευθύνονται οι Έλληνες και όχι οι Ναζί). Όλα θα κυλούσαν ομαλά, με τους αρχιτέκτονες να αναλίσκονται σε θεωρητικές προσεγγίσεις, αν δεν υπήρχε στο πρόγραμμα ο (φίλος) Ιωσήφ Βαένα, που κατά τη γνώμη μου έκανε μια εξαιρετική παρέμβαση και έθεσε το καίριο ερώτημα:

«Αν 9000 χριστιανοί  βασανίζονταν από κατακτητές, αν έχυναν αίμα από το ξύλο  και πέθαιναν από την εξάντληση σε αυτή τη πλατεία, αν οι επιζήσαντες και τα παιδιά τους ακόμα ζούσαν σε αυτή τη πόλη με τον πόνο των νεκρών καθημερινή θύμηση – θα κάναμε αυτή τη συζήτηση για το ποια μορφή θα έπαιρνε αυτή η πλατεία; Θα υπήρχε οποιαδήποτε εναλλακτική πρόταση για την μορφή αυτής της πλατείας, με όποιο ιστορικό βάρος περιέχει;»

«Όχι», σκέφτομαι εγώ και θά’ θελα να πιστεύω ότι το ίδιο σκεφτόμαστε όλοι. Αν ήταν οι δικοί μου και δικοί σου και δικοί μας συγγενείς που ταπεινώθηκαν, βασανίστηκαν και πέθαναν σε αυτό το μέρος εκείνη τη μέρα, αν στη συνέχεια οδηγήθηκαν σε γκέτο, χώρους καταναγκαστικής εργασίας και στρατόπεδα συγκέντρωσης και εξόντωσης, θα ήταν α-υ-τ-ο-ν-ό-η-τ-ο ότι η πλατεία θα ήταν αφιερωμένη στη μνήμη τους. Σε αυτή την πλατεία συγκεντρώθηκαν 9.000 Σαλονικιοί πάππου προς πάππο , κομμάτι αυτής της πόλης. Ελάχιστοι γύρισαν. Αν δεν τιμήσουμε τη μνήμη τους σε αυτήν ακριβώς την πλατεία τότε που; Όμως, αντί για αυτό που (εγώ που δεν είμαι Θεσσαλονικιά) θεωρούσα αυτονόητο, άκουσα εμβρόντητη την απάντηση του κ. Μέγα ότι μια μελέτη δεν μπορεί να έχει «συναισθηματική» προσέγγιση, ότι επί 23 αιώνες πέρασαν από τη Θεσσαλονίκη και χιλιάδες μουσουλμάνοι, και Έλληνες κλπ και ότι θα πρέπει να κρατήσουμε μια ισορροπία. Χμ, να ζυγιάζουμε δηλαδή στο ίδιο καντάρι τον δούκα του Εδιμβούργου που αποβιβάστηκε εδώ, τους Νεότουρκους (που αργότερα εξελίχθηκαν σε θύτες του ελληνισμού), τους δυο Έλληνες αξιωματικούς που διέσχισαν την πλατεία για να πιουν καφέ στου Φλόκα, με τους χιλιάδες Θεσσαλονικιούς που βασανίστηκαν ακριβώς σε αυτή την πλατεία, και τους πολύ περισσότερους που εξοντώθηκαν αργότερα στα στρατόπεδα. Ενδιαφέρουσα προσέγγιση από έναν άνθρωπο που μάλιστα δηλώνει ότι έχει και ο ίδιος συγγενείς εβραίους. Κι αναρωτιέμαι εγώ, θα συμπυκνώσουμε ΚΑΙ τους 23 αιώνες ιστορίας της Θεσσαλονίκης σε μια μικρή πλατεία; Δεν μπορεί τάχα να δοθεί έμφαση στο βυζαντινό τείχος πουθενά αλλού σε ολόκληρη την πόλη; Θα πρέπει άραγε εμείς να τιμήσουμε την ανακήρυξη του Συντάγματος των Τούρκων; Ή είναι το κυρίαρχο στοιχείο της όλης αφήγησης η αποβάθρα (το λιμάνι είναι, θυμίζω, ακριβώς απέναντι). Κι ύστερα έρχεται η παρατήρηση της αρχιτεκτόνισσας κ. Πελαγίας Αστρεινίδου Κωτσάκη ότι στο Βερολίνο, ένα εκατομμύριο επισκέπτες του Holocaust-Memorial βλέπουν αυτή την φωτογραφία με τους συγκεντρωμένους στην πλατεία Ελευθερίας. Όταν έρχονται εδώ τι ακριβώς θα βλέπουν; Όσην ώρα συμβαίνουν όλα αυτά βλέπω δίπλα μου τους Γερμανούς του ιδρύματος Heinrich Boell (που ήταν συνδιοργανωτής της εκδήλωσης) να συνοφρυώνονται με απορία γιατί δεν καταλαβαίνουν ή μάλλον δεν μπορούν να χωνέψουν τα όσα ακούν. Ο κ. Georg Traska από το Ινστιτούτο για την ιστορική παρέμβαση της Βιέννης δεν συγκρατείται και παρεμβαίνει, εκφράζοντας την απορία του γιατί συζητάμε κάτι που για τον ίδιο φαντάζει αυτονόητο και λέει το προφανές, ότι ο ίδιος βλέπει παιδάκια να παίζουν στο πάρκο, βλέπει πεταλουδίτσες να πετάν αλλά κανένα μνημείο ολοκαυτώματος. «Τι ακριβώς επιδιώκουμε; Το μνημείο του ολοκαυτώματος έφυγε από την Παπαναστασίου για να γίνει εκεί χώρος πάρκιγκ, το τοποθετήσαμε σε ένα χώρο πάρκινγκ, για να φύγει τελικά και από εδώ και να μετατραπεί σε χώρο αναψυχής;» διερωτήθηκε και ο ιστορικός κ. Στράτος Δορδανάς. Θα μεταφέρω και μερικά από τα ερωτήματα του αρχιτέκτονα κ. Νίκου Σουλάκη (ο οποίος επίσης συμμετείχε στο διαγωνισμό), παραλείποντας ορισμένα, όντως καίρια αλλά τεχνικά ζητήματα πολεοδομικής και κυκλοφοριακής φύσεως. Γιατί τα σχέδια για την πλατεία Ελευθερίας δεν ταιριάζουν σε μια πλατεία της Αλεξανδρούπολης, του Βόλου ή όποιας άλλης πόλης έχει θάλασσα ή/και βυζαντινό παρελθόν; Το βυζαντινό τείχος σε αυτό το σημείο έπεσε, ακριβώς επειδή υπήρχε ανάγκη για άνοιγμα της πόλης, ποιο σημερινό άνοιγμα της πόλης στο μέλλον σηματοδοτεί η πλατεία; “Οι προβληματισμοί που ακούστηκαν ήταν εύλογοι”, μας είπε ο πολεοδόμος κ. Νίκος Παπαμίχος, που συμμετείχε στην κριτική επιτροπή- πλην όμως ο διαγωνισμός έγινε με βάση συγκεκριμένες προδιαγραφές και η προκήρυξη με συγκεκριμένους όρους. “Υπήρχαν αντιφατικές διαστάσεις από τον ίδιο τον διαγωνισμό, δεν υπήρξε εμμονή (!) σε κάποιο ζήτημα”, συμπλήρωσε και ο κ. Κωνσταντίνος Δεσποτίδης, επίσης μέλος της κριτικής επιτροπής (ενώ ο Γερμανός δίπλα μου τραβούσε τα μαλλιά του για τις μη-εμμονές μας). «Μπορεί να πάρει κανείς την πολιτική απόφαση είτε να επικεντρώσει σε ένα θέμα και τότε μετατρέπει την πλατεία σε μνημείο είτε να ακολουθήσει πολυπαραμετρική προσέγγιση. Ο δήμος αποφάσισε το δεύτερο. Το αν ήταν σωστή ή λανθασμένη απόφαση το συζητάμε» σχολίασε και ο ομότιμος καθηγητής αρχιτεκτονικής του ΑΠΘ και σύμβουλος της ομάδας που κέρδισε το 1ο βραβείο κ. Παναγιώτης Τζώνος. Πάντως και ο ίδιος παραδέχτηκε ότι «προφανώς» και η παρουσίαση δεν απεικόνιζε πουθενά το μνημείο του ολοκαυτώματος. (Και πάμε στο δια ταύτα. Ποιος όρισε τους όρους; Ο αντιδήμαρχος κ. Ανδρέας Κουράκης. Πως κατάφερε να αλλοιώσει τόσο το πνεύμα των όσων έλεγε ο Γιάννης Μπουτάρης, υποσχόμενος να αναδείξει την πλατεία Ελευθερίας σε μια πλατεία μνήμης για τους εβραίους σαλονικιούς που χάθηκαν; Τουλάχιστον στα σχέδια που εκτίθενται στο δημαρχείο δεν είδα πουθενά τοποθετημένο το μνημείο. Δόθηκαν βέβαια οι προφορικές διαβεβαιώσεις ότι «φυσικά-και-θα-υπάρχει». Αλλά ακόμα και να υπάρχει τελικά, δεν κατάλαβα σε τι ακριβώς συνίσταται η ανάδειξή της σε “πλατεία της μνήμης”, όταν το μόνο που γίνεται προς αυτή την κατεύθυνση είναι απλώς να μετακινείται ένα ήδη υφιστάμενο μνημείο χωρίς να προστίθεται τίποτα περισσότερο. Ξανακλείνω την παρένθεση και επιστρέφω πάλι στα της εκδήλωσης, όπου πήρε το λόγο και ο πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης κ. Δαυίδ Σαλτιέλ. Αφού είχε «φάει πόρτα» κατά το κοινώς λεγόμενο, προσπαθώντας να συναντηθεί με τον κ. Κουράκη πριν βγει στον αέρα ο διαγωνισμός, και αφού στην κριτική επιτροπή δεν ζητήθηκε η γνώμη της ΙΚΘ, αποφάσισε να μην παραστεί στην εκδήλωση. Τελικά το μετάνιωσε και στην παρέμβαση του σημείωσε ότι ο φασισμός και ο αντισημιτισμός είναι ακόμα εδώ, παραμένουν ένα από τα πιο επίκαιρα ζητήματα και η ανάπλαση της πλατείας θα ήταν μια μοναδική ευκαιρία για να δηλώσει η πόλη το «ποτέ ξανά». «Φοβάμαι όμως ότι το μνημείο θα συνεχίσει να γυρίζει από μέρος σε μέρος» είπε δηκτικά. Συμπέρασμα: Τι κατάλαβα από όλη την εκδήλωση; Μια απροθυμία, μια  υπαινικτική προσέγγιση, που οδηγεί σε σταδιακή αποσιώπηση και τελικά εξαφάνιση μιας πτυχής της ιστορίας που θα έπρεπε να επιδιώκουμε να θυμόμαστε. Αντί για αυτό, αναφερόμαστε στην ιστορία της πόλης a la carte, «όποιος θέλει, όταν θέλει», με μια αχτίδα ηλίου που μια καλοκαιριάτικη μέρα του Ιούλη θα πέφτει κάπου και αίφνης θα θυμόμαστε κάτι… Τι ακριβώς; Ότι ξεχάσαμε να βάλουμε αντηλιακό μας, μήπως;   (Βλ. επίσης το πολύ καλό κείμενο του Mayor Rishon στο Thess.gr για το ίδιο θέμα)

Advertisements

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s