Amfipoli (in) Ruins

του stepanyan

Κάπου τον Ιούλιο του 2008 γράφονταν στη σελίδα του terminal 119 οι παρακάτω σειρές ενός πρωτότυπου obituary για το θάνατο του αρχιεπίσκοπου:

«Άποψή μας είναι ότι όχι μόνο δικαιούμαστε να χαιρόμαστε για τον ψόφο του ανθρώπου αυτού αλλά και να το πανηγυρίζουμε μετά (επι)τελεστικής μανίας. Αυτό που σε συγκινεί σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι βέβαια (μόνο) ο βιολογικός θάνατος ενός τέτοιου ανθρώπου αλλά πολύ περισσότερο ο κοινωνικός του θάνατος!

Εξηγούμαστε: Ο θάνατος δεν είναι κάτι ενιαίο για όλους τους ανθρώπους, δεν είναι άφυλος, δεν είναι αταξικός, δεν είναι μη φυλετικός – παρά τα όσα λέγονται… Ο θάνατος του ανθρώπου δεν μπορεί να είναι απλώς θάνατος ενός βιολογικού οργανισμού. Οι τελετουργίες πχ γύρω από το θάνατο επιβεβαιώνουν ή και επικυρώνουν την κοινωνική θέσμιση. Η διαδικασία του πένθους, για παράδειγμα, εμπερικλείει συνήθως έναν καταμερισμό εργασίας. Ο θάνατος είναι μια ευκαιρία υπογράμμισης της κοινωνικής ένταξης του νεκρού (τάξη, φύλο, φυλή, ιεραρχία κτλ). Ο χουντόδουλος ήτο κάτι μέσα σε αυτή την κοινωνία, κάτι πέρα από βιολογικός οργανισμός. Με την θορυβώδη αρχιεπισκοπική του παρουσία, τις δηλώσεις του εν ζωή, τις δράσεις του μέσω της ελληνορθόδοξης εκκλησίας θέλησε να δώσει έμφαση σε αυτές ακριβώς τις λειτουργίες του ελληνικού κράτους και αυτές ακριβώς τις ιδεοληψίες της ελληνικής κοινωνίας που μισούμε περισσότερο από όλες: τον ρατσισμό, τον εθνικισμό, τον θρησκευτικό φανατισμό και τη μισαλλοδοξία κοκ. Ο χουντόδουλος δεν υπήρξε απλώς ως ένας «άνθρωπος» και για αυτό δεν πέθανε απλώς ως «τέτοιος». Υπήρξε ως μια εθνική συμβολική μορφή πολλές φορές και τις περισσότερες ως ένας διακινητής μίσους για τον άλλον (τον ξένο συνήθως μετανάστη αλλά και τον ομοφυλόφιλο ουκ ολίγες φορές). Ο κοινωνικός του, λοιπόν, θάνατος σήμανε τον θάνατο ενός ανθρώπου που αναπαριστά ορισμένες κοινωνικές αξίες στην ελληνική κοινωνία – η ευκαιρία του θανάτου του ήταν μια ευκαιρία να θυμηθούμε όλοι αυτές τις αηδιαστικές αξίες και οι δημοσιογράφοι, από την πλευρά τους, ανέλαβαν να τις προπαγανδίσουν εκ νέου.

[…] Θέτει η κοινωνία το ερώτημα «Τι σόι κόσμος είναι αυτός;» και απαντάει μετέπειτα η ίδια με έναν άλλον κόσμο, αυτόν των σπουδαίων νεκρών προγόνων. Οι άντρες (οι αρσενικοί πρόγονοι μόνο) σε ένα τέτοιο πλαίσιο, μιας σχεδόν πατρογραμμικής και προγονολατρικής κοινωνίας, είναι αυτοί που θα ενταχθούν στους σπουδαίους νεκρούς, αφού ήδη έχουν αναλάβει παράλληλα και σημαντικές θέσεις στην ιεραρχία, τις συγκρούσεις κτλ. Οι άνθρωποι έχουν μια διαχρονική οπτική της κοινωνίας – οι ζώντες σπουδαίοι άνθρωποι είναι οι μέλλοντες σπουδαίοι νεκροί. Μερικές φορές το πένθος συνοδεύεται από την επικύρωση αθανασίας της κοινωνίας. Αυτές οι τελετουργίες ρίχνουν το πέπλο από τα μούτρα του ελληνικού πολιτισμού και τον ξεμπροστιάζουν ως ακραία προγονολατρικό (για αυτό και ασκούν βέτο και στο μακεδονικό για το τι καταγωγής ήταν ένας στρατηλάτης-σφαγέας χιλιάδες χρόνια μετά τον θάνατό του!).»
(Ο Θάνατος σου πάει πολύ, terminal 119, Ιούνιος 2008)

Κάπως έτσι εκφράζαμε την αγανάκτηση μας ως αντιεθνικιστές, απέναντι στα ρίγη ικανοποίησης των χουντόγερων σε φασιστοσυνάξεις του καιρού μας για το γεγονός ότι κατάγονταν “από τα κάτ’ρα του μεγάλου αλεξάνδρου”, κάπως έτσι δηλώναμε πως οι δικές μας αξίες δεν ταυτίζονται με αυτές των “μεγάλων νεκρών” της ελλάδας, κάπως έτσι χωνεύαμε ό,τι είχε αρπάξει το αυτί και το μάτι μας από τα γραπτά μιας κριτικής ανθρωπολογίας της συγγένειας.

Θυμήθηκα αυτές τις γραμμές, προφανώς, λόγω Αμφίπολης και του σίριαλ της ανακάλυψης τάφων πιθανών ηρώων, το γνωστό όπιο των ελληνικών μαζών. Δύο βιβλία των τελευταίων χρόνων ενισχύουν τις αντιλήψεις μας, γραμμένα από τη σκοπιά μάλλον μιας κριτικής αρχαιολογίας. Στο πρώτο, η Καλλιόπη Παυλή (“Εις το Όνομα του Πολιτισμού: η ιδεολογία των ανασκαφών στη Μικρά Ασία κατά την μικρασιατικήν κατοχήν υπό της Ελλάδος (1919-1922)”, Ισνάφι, 2014) ακολουθεί τις αναφορές των αρχαιολόγων που δούλεψαν στο πλευρό του ελληνικού στρατού στην ανατολική Τουρκία στην εκστρατεία στα 1919-1922 και δείχνει πως ελληνικό κράτος και αρχαιολογία πάνε χέρι-χέρι. Το νόημα του βιβλίου συνοψίζεται στην περιγραφή των ανασκαφών κατά τη διάρκεια του επεκτατικού πόλεμου στην Τουρκία στο μεσοπόλεμο, όπου το ελληνικό κράτος επιχειρούσε, μετά το πέρας της 5ετίας που του είχε ανατεθεί η διοίκηση της ‘Μικράς Ασίας’, να αποδείξει πως υπήρχαν βαθύτεροι ιστορικοί-εθνικοί λόγοι που δικαιολογούσαν και την οριστική απόσπαση αυτού του κομματιού της Τουρκίας και της προσάρτησης του στην ελλάδα. Στο δεύτερο βιβλιο, ο Γιάννης Χαμηλάκης (“Το Έθνος και τα Ερείπια του: Αρχαιότητα, αρχαιολογία και εθνικό φαντασιακό στην Ελλάδα”, Εκδόσεις του 21ου, 2012) εξετάζει τα πως και τα γιατί η κλασική αρχαιότητα – δηλαδή ένας θεμέλιος φαντασιακός λίθος της ελληνικής εθνικής συνείδησης – αποτέλεσε παράλληλα και έναν από τους ακρογωνιαίους λίθους της δυτικής νεωτερικότητας, ιδιαίτερα για την αστική της τάξη. Για τον Χαμηλάκη «ένα βασικό συμπέρασμα», σχετικά με την αρχαιολογία, «είναι πως δεν έχουμε να κάνουμε με μια διαδικασία ακούσιας και καταχρηστικής εκμετάλλευσής της από τον εθνικισμό, αλλά με μια σχέση αμοιβαίας συγκρότησης». Πράγματι, όσο η αρχαιολογία παρουσιάστηκε ως συστατική των εθνικών κρατών επιστήμη, καθώς είναι καθαυτή μπολιασμένη από τις απαρχές της με τη συγκρότηση του εθνικού ονείρου, άλλο τόσο ανατροφοδοτεί και η ίδια τους εθνικούς μύθους.

Τα συμπεράσματα της έρευνας και των δύο βιβλίων τυγχάνει να είναι επίκαιρα ενόψει Αμφίπολης. Από τον Αύγουστο μέχρι σήμερα, πρώτες μέρες του Οκτώβρη, το θέμα δεν είναι μόνον ότι κάποιοι αρχαιολόγοι ανακαλύπτουν έναν τάφο στην Αμφίπολη, αλλά παράλληλα ότι σε όλη τη χώρα επαν-επενδύεται η εθνική συνείδηση, μπολιασμένη φυσικά με εμπορικά σχέδια ντόπιων κουτοπόνηρων πατριωτών, διψασμένων για χρήματα τουριστών. Από την άλλη, το ελληνικό κράτος παίζει μπάλα σε ένα γνώριμο πεδίο για τους έλληνες υπηκόους του, προσφέροντας τους αυτό που θέλουν: εθνική ντόπα. Δεν έλλειψαν στο πρόσφατο παρελθόν οι γελοίες ειδήσεις πως και οι αρχαίοι ημών πρόγονοι έτρωγαν το “σουβλάκιον”, ή και τα συνωμοσιολογικά πως ήξεραν να κουμαντάρουν και διαστημόπλοια. Η μιζέρια της αναπόλησης μιας κοινωνίας με την οποία δεν υπάρχει η παραμικρή σύνδεση ξεβράζει την επιθετική εθνικιστική νοσταλγία των ελλήνων στην επιφάνεια.

Διαχρονική παρηγοριά τα σχέδια του Γιώργου Μακρή και του Συνδέσμου Αισθητικών Σαμποτέρ Αρχαιοτήτων, στα 1944:

«Έχοντας βάλει σκοπό μας την καταστροφή του Παρθενώνος, μ’ απώτερο σκοπό την παράδοσή του στην ουσιαστική αιωνιότητα, που δεν είναι παρά η χωρίς επίγνωση ροή κι η πλούσια σε πιθανότητες αυτόματη μετασκευή της ύλης, που κακώς ονομάζουμε ‘χαμό’.

[…]

Μισώντας τον Εθνικό Τουρισμό και τις εφιαλτικές- φολκλόρ αρθρογραφίες γι’ αυτόν.

Νομίζοντας πως κάνουμε μια ανώτερη καλλιτεχνικά πράξη, όντας σίγουροι πως όλη η γελοία και ψεύτικη επιβίωση όχι μόνο δε συγκρίνονται, έστω και μειονεκτώντας, μ’ ένα λεπτό ενεργητικής δράσης κι απόλαυσης, αλλά και καλλιτεχνικά είναι βλαβερή, προετοιμάζοντας ερασιτέχνες περιηγητές και ευνούχους.

ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ

Να θέσουμε ως σκοπό μας την ανατίναξη αρχαίων μνημείων και την προπαγάνδα κατά αυτών.

Πρώτη καταστροφή ορίζεται η ανατίναξη του Παρθενώνα, που μας έχει κυριολεκτικά πνίξει.
Η προκήρυξη αυτή δεν αποσκοπεί παρά να δώσει ένα μέτρο απ’ το σκοπό μας. Είναι ένα βλήμα που ξεκινάει με λίγες πιθανότητες για στόχο τους πολλούς, μα δεν που επιζητάει παρά ελάχιστους.
»

Stepanyan tsp, 20/09/2014

υγ. Για να μην αντιγράφω τι γράφει ο Λεωνίδας Χρηστάκης στο βιβλίο του για τον αυτόχειρα Γιώργο Μακρή, διαβάστε εδώ αλλά και εδώ κάποια γενικότερου ενδιαφέροντος περί ερειπίων.

Advertisements

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s