O Adorno για την αρχή της Λογικής του Hegel (Αρνητική Διαλεκτική)

αναδημοσίευση από το μπλογκ Ταξικές μηχανές

Ίσως πουθενά αλλού ο Adorno δεν μας δίνει τόσο συμπυκνωμένα και καθαρά τη κριτική του στη Λογική του Hegel, όσο στο παρακάτω απόσπασμα της Αρνητικής Διαλεκτικής (που ανοίγει το Δεύτερο Μέρος του βιβλίου) και στην υποσημείωση 185. Κατά τη γνώμη μου, στο σημείο αυτό, μας δίνει υπαινικτικά και το σχεδίασμα μιας διαλεκτικής λογικής του μέλλοντος. Η κριτική του Adorno στον Hegel, που μπορεί να συνδεθεί αναδρομικά με τη κριτική του ύστερου Schelling στον επιστήθιο φίλο και προνομιακό συνομιλητή του(βλ. τις Έρευνες για την Ουσία της Ανθρώπινης Ελευθερίας), επικοινωνεί βαθιά και ουσιαστικά με άλλα, σύγχρονα ρεύματα σκέψης, όπως θα επιχειρήσουμε να δείξουμε σε επόμενες αναρτήσεις.

Εκτός από τον συγκεκριμένο και σαφή χαρακτήρα της κριτικής του Adorno στη λογική του Hegel στα συγκεκριμένα αποσπάσματα, είναι επίσης εξαιρετικά σημαντικό ότι, ταυτόχρονα, τοποθετείται απέναντι τόσο στο ρεύμα του λογικού θετικισμού (της κατά σύμβαση επονομαζόμενης ”αγγλοσαξονικής” παράδοσης) όσο και στο ρεύμα της νεότερης ηπειρωτικής φιλοσοφίας του 20ου αιώνα, από τον Husserl ως τον Heidegger, μέχρι και τις γαλλικές επανερμηνείες τους (ο Heidegger, βέβαια, έχει στη κριτική του Adorno την τιμητική του). Ο Adorno βλέπει στα ρεύματα αυτά την αναβίωση σταθερών φιλοσοφικών προβλημάτων και αυταπατών κοινωνιο-λογικά προσδιορισμένων, που έφτασαν στο αποκορύφωμά τους με τον Γερμανικό Ιδεαλισμό, και στη πρώτη θεμελιακή (αυτο)κριτική τους με τους Μάρξ-Ένγκελς.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ-Αρνητική Διαλεκτική, Έννοια και Κατηγορίες (σελ. 169 και επ, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, μετάφραση-σημειώσεις Λευτέρης Αναγνώστου).

Κανένα είναι χωρίς ον. Το ”κάτι” ως λογικά αναγκαίο υπόστρωμα της έννοιας, ακόμα και της έννοιας του είναι, είναι η έσχατη, αλλά διόλου καταργήσιμη από την παραπέρα πορεία της σκέψης αφαίρεση του αντικειμενικού περιεχομένου που δεν ταυτίζεται με τη σκέψη. Χωρίς το κάτι δεν μπορεί να νοηθεί η τυπική λογική. Δεν μπορεί να καθαρθεί από το μεταλογικό υπόλειμμα [υποσ.185]. Είναι αυταπάτη ότι με τη μορφή του ”γενικώς” η σκέψη θα μπορούσε να αποσείσει το αντικειμενικό περιεχόμενο: να προϋποθέσει την απόλυτη μορφή. Συστατική για τη μορφή ”αντικειμενικό περιεχόμενο γενικώς” είναι η καθ’ύλην εμπειρία του αντικειμενικού περιεχομένου. Αντίστοιχα στον άλλο πόλο, τον υποκειμενικό, η καθαρή έννοια, συνάρτηση της σκέψης, δεν μπορεί να αποχωρισθεί ριζικά από το υπάρχον εγώ. Το πρώτον ψεύδος του ιδεαλισμού από τον Φίχτε και εξής ήταν ότι στην αφαιρετική κίνηση απαλλάσσεται κανείς από εκείνο που κατ’αυτήν παραβλέπεται. Αυτό αποβάλλεται από τη σκέψη, εξορίζεται από το εγχώριο βασίλειό της, αλλά δεν καταστρέφεται ως τέτοιο. Μια τέτοια πεποίθηση είναι μαγική, Η σκέψη θα ερχόταν σε αντίθεση με την ίδια της την έννοια χωρίς το νοούμενο, το αντικείμενό της. Και αυτό το νοούμενο παραπέμπει εξαρχής στο ον, το οποίο από την απόλυτη σκέψη πρέπει μόλις τώρα να τεθεί: ένα απλό ύστερον πρότερον.Για τη λογική της μη αντίφασης αυτό είναι σκανδαλώδες. Μόνον η διαλεκτική μπορεί να το περιλάβει στην αυτοκριτική της έννοιας. Αυτή προκαλείται αντικειμενικά από το περιεχόμενο του συζητούμενου από τη κριτική του Λόγου, από τη γνωσιολογία, και έτσι επιζεί και μετά το τέλος του ιδεαλισμού, ο οποίος με την τελευταία έφθασε στο αποκορύφωμά του. Η σκέψη οδηγεί στο στοιχείο του ιδεαλισμού το οποίο έρχεται σε αντίθεση προς τον ίδιο. Αυτό το στοιχείο δεν μπορεί να εξανεμισθεί πάλι μέσα στη σκέψη. Η καντιανή αντίληψη επέτρεπε ακόμη διχοτομίες όπως μεταξύ της μορφής και του περιεχομένου, του υποκειμένου και του αντικειμένου, χωρίς να ενοχλείται από το γεγονός ότι οι εκάστοτε δύο πόλοι είναι αμοιβαία διαμεσολαβημένοι. Δεν αντιλαμβανόταν τον διαλεκτικό χαρακτήρα των εκάστοτε ζευγών, την αντίφαση που αποτελεί το εμπεριεχόμενο νόημά τους. Μόνον ο δάσκαλος του Χάιντεγκερ, ο Χούσσερλ, όξυνε την ιδέα του a priori έτσι που, παρά τη θέληση τόσο του ίδιου όσο και του Χάιντεγκερ, από την αξίωση των ειδών μπορούσε να συναχθεί η διαλεκτική τους.

185. O Χέγκελ αρνείται, στη πρώτη παρατήρηση για την πρώτη τριάδα (βλ. σημ. 206) της Λογικής, να αρχίσει από το ”Κάτι” αντί από το είναι. (Πρβλ. G.W.F Hegel, WW4, ό.π., προπάντων σ.89. βλ. επίσης σελ 80). Έτσι προδικάζει το συνολικό έργο, που θέλει να εξηγήσει την πρωτοκαθεδρία του υποκειμένου, υπό την έννοια του τελευταίου, ιδεαλιστικά. Δύσκολα θα μπορούσε να έχει διαφορετική διαδρομή η διαλεκτική του, αν ξεκινούσε από το αφηρημένο κάτι, όπως θα ταίριαζε στον αριστοτελικό βασικό χαρακτήρα του έργου. Η ιδέα ενός τέτοιου ”κάτι” ως τέτοιου μπορεί να μαρτυρεί περισσότερο ανοχή απέναντι στο μη ταυτόσημο από όσο η ιδέα του είναι, αλλά δεν είναι ίσως λιγότερο διαμεσολαβημένη. Επίσης δεν θα έπρεπε να σταματήσει κανείς στην έννοια του ”κάτι”, η ανάλυσή του θα έπρεπε να συνεχίσει την κίνησή της προς την κατεύθυνση αυτού που εννοεί η έννοια, δηλαδή προς το μη εννοιολογικό. Ο Χέγκελ ωστόσο δεν μπορεί να ανεχθεί το παραμικρό ίχνος μη ταυτότητας στην αφετηρία της Λογικής την οποία θυμίζει η λέξη ”κάτι”. .

Advertisements

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s