Το Πάσχα του μίσους

Προκάλεσε εντύπωση η έρευνα που πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 2015 από το Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και υπό την αιγίδα της βρετανικής προεδρίας της Διεθνούς Συμμαχίας για τη Μνήμη του Ολοκαυτώματος (IHRA). Η έρευνα διαπίστωνε ανησυχητική αύξηση του αντισημιτισμού και απόψεων που υποτιμούν ή αρνούνται το Ολοκαύτωμα στην Ελλάδα. Λίγους μήνες νωρίτερα, τον Μάιο του 2014 είχε δημοσιευτεί παγκόσμια έρευνα της αμερικανικής οργάνωσης Anti Defamation League, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα είναι πρωταθλήτρια σε αντισημιτισμό μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών με ποσοστό 69%.

Γράφουν οι  Άντα Ψαρρά, Δημήτρης Ψαρράς και Τάσος Κωστόπουλος

Οι θλιβερές αυτές διαπιστώσεις εξηγούν πολλά για το πολιτικό περιβάλλον στο οποίο κατόρθωσε να ευδοκιμήσει μια ναζιστική και φυσικά κατά πρώτο λόγο αντισημιτική οργάνωση. Στην ίδια κατεύθυνση μας οδηγεί και η εμπειρική διαπίστωση ότι ένα από τα σπάνια έθιμα που επιβιώνουν στις μέρες μας είναι και το πασχαλινό κάψιμο του Ιούδα (ή του Εβραίου), η τελετουργική δηλαδή διαπόμπευση ενός σκιάχτρου ή ομοιώματος ανθρώπου, το οποίο προτού γίνει στάχτη γίνεται στόχος πυροβολισμών και πετροβολήματος.

Μεταμορφωμένη σε τουριστική ατραξιόν, αυτή η ακραία αντιεβραϊκή παράσταση συνδυάζει την αναπαραγωγή του ρατσιστικού στερεότυπου με την απαραίτητη φαντασμαγορία. Μόνο που αυτή η φαντασμαγορία δεν διαφέρει καθόλου ως προς το μήνυμά της από τις εντυπωσιακές τελετές που οργανώνει η Κου Κλουξ Κλαν με τους φλεγόμενους σταυρούς στον αμερικανικό Νότο.

Ενα μαύρο έθιμο

Το έθιμο περιγράφει ως εξής ο λαογράφος Γεώργιος Μέγας: «Ως πνεύμα κακόν ο Ιούδας πρέπει να καή, να εξαφανισθή και πραγματικώς εις πλείστα μέρη της Ελλάδος κατά την Μεγ. Παρασκευήν ή κατ’ αυτήν την ημέραν του Πάσχα ή και την επομένην ανάπτονται πυραί (φανοί, οφανοί, ορφανοί, αρφανοί κ.τ.τ.) και παραδίδεται εις τας φλόγας το ομοίωμα του Ιούδα. Αλλ’ όπως ο διάβολος εις το πνεύμα του λαού μας έγινε πρόσωπον κωμικόν, το οποίον και πολλαχώς σατυρίζεται, ούτω και ο Ιούδας. Εις τα Σελλιά της Κρήτης παρά το Ρέθυμνον την Μεγάλην Εβδομάδα “κάνουνε τον οφανό και απάνω σταίνουνμε τον Ιούδα. Τόνε ντύνουνε με παλιόρουχα και του κρεμνούνε στη χέρα ένα σακκουλάκι με τριάντα χοχλιδόκουπες μέσα, δηλαδή τριάντα τσέφλια από σαλιαγκούς άδεια. Είναι τα τριάκοντα αργύρια απού πήρενε και πρόδωκεν το Χριστό”. Και ως να μη ικανοποιούνται με το καύσιμον του ομοιώματός του, αι γυναίκες των Καρδαμύλων της Χίου λέγουν: “Ε, και να ’ταν αληθινός!”, ενώ οι Ζακύνθιοι, οι Κορωναίοι, οι Θηβαίοι ίσως δε και άλλοι, κάμνουν τον Ιούδαν αληθινόν πυροτέχνημα».

Οσοι επιμένουν στη διατήρηση του βάρβαρου εθίμου επικαλούνται δύο επιχειρήματα. Αφενός, λένε, πρόκειται για παράδοση, για ένα παμπάλαιο έθιμο. Και κατά δεύτερο λόγο δεν πρόκειται εδώ για Εβραίους, αλλά για τον Ιούδα, ο οποίος έτυχε να είναι Εβραίος. Κατά συνέπεια, στο πρόσωπό του δεν τιμωρούνται οι ομοεθνείς του αλλά οι «προδότες», οι «αγνώμονες», οι «αμαρτωλοί», οι «αποστάτες».

Το πρώτο επιχείρημα δεν αξίζει καν να συζητηθεί. Αλίμονο αν δεν επιτρεπόταν να καταργηθούν οι παραδόσεις που αφορούν λ.χ. τη δουλεία ή τις σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων. Και ειδικά μετά το Ολοκαύτωμα πρέπει κανείς να είναι διεστραμμένος ή πεισμένος ναζιστής για να μην αισθάνεται φρίκη μπροστά στο θέαμα αυτό αν ξέρει περί τίνος πρόκειται. Πιο πειστικό είναι το δεύτερο επιχείρημα, κυρίως επειδή το προβάλλουν άνθρωποι οι οποίοι κατά τα άλλα δεν υιοθετούν την εύκολη επιχειρηματολογία του ρατσισμού.

Μόνο που ο ισχυρισμός αυτός, ότι δηλαδή «καίμε τον Ιούδα προδότη» και όχι τον «Εβραίο» είναι εντελώς προσχηματικός. Γιατί ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Από το διήγημα «Παιδική Πασχαλιά» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη γίνεται σαφές ότι λέγοντας Ιούδα εννοούμε Εβραίο: «Το απόγευμα πάλιν, αφού εψάλη η Β’ Ανάστασις κι έγινεν η Αγάπη, εξήλθαν όλοι εις την πλατείαν κι εθεώντο την πυρπόλησιν του Εβραίου. Τι άσχημος και τι ευμορφοκαμωμένος που ήτον ο Εβραίος! Είχε μίαν χύτραν ως κεφαλήν, είχε και λινάρι ως γένειον. Εφερε και ζεύγος γυαλιά (η Μόρφω τα ενεθυμείτο όλα) όμοια μ’ εκείνα, που φορεί η γραία μάμμη, όταν ράπτη ή εμβαλώνη τα παλαιά ρούχα της. Είχε κι ένα σακκούλι ή πουγγί κρεμασμένον εις το αριστερόν πλευρόν του. Εφόρει μακριά μακριά φορέματα, παρδαλά, ραβδωτά! Και αφού τον εκρέμασαν υψηλά-υψηλά, έως επτά οργυιάς επάνω, ήρχισαν οι άνδρες να τον μαστίζουν, να τον τουφεκίζουν όλοι, έως ότου τον έκαυσαν».

Σκηνή από παιδική έκδοση διηγήματος του Παπαδιαμάντη

Το πολυδιαβασμένο αυτό διήγημα κυκλοφορεί σε πολλές εκδόσεις και απευθύνεται, όπως λέει και ο τίτλος του, σε νέους και παιδιά. Ακόμα και ως εικονογραφημένο και μόνο του κυκλοφορεί το διήγημα για μικρά παιδιά, φυσικά με απόδοση στην τρέχουσα γλώσσα. Μικρή λεπτομέρεια: στην έκδοση αυτή έχει «μεταγλωττιστεί» ο Εβραίος σε Ιούδα, ενώ βέβαια η μία από τις 15 ζωγραφιές που συνοδεύουν το κείμενο αναπαριστά το κάψιμό του.

Ναι, θα πουν οι δύσπιστοι. Καλά ο Παπαδιαμάντης. Αλλά ο Μέγας μιλά για Ιούδα και όχι για Εβραίο. Τους διαψεύδουν οι υποσημειώσεις της ίδιας λαογραφικής μελέτης του Μέγα. Εκεί αναφέρεται ότι στην περιφέρεια Μετρών και Αθύρων της Αν. Θράκης «τα παιδιά κατασκεύαζαν τον Οβριγιό από τσάτζαλα (=κουρέλια) παραγεμισμένα με άχυρα και τον περιέφεραν από θύραν εις θύραν, για να κατσβελέψ’ (=ζητιανέψη) προσανάμματα, με τα οποία να τον καύσουν την νύκτα της Μεγ. Παρασκευής κατά την περιφοράν του Επιταφίου», ενώ στην Πέτρα της Λέσβου «ανήμερα τη λαμπρή γυρίζουν τον Οβραίο: γεμίζουν έναν Οβραίο μ’ άχερα, του βάνουν μπροστά πανέρια κρεμασμένα με παλιοχτένια, παλιομπουκάλια, πατσαβούρις κι λένι, Οβριγιός μι τα πανέργια. Τον παγαίνουν απά στη Μπαναγιά, τον βάνουν σι μια γουνιά, τον βάνουν κι έναν τζιγάρου στο στόμα τ’ κι τουν ντουφεκούν, ύστιρα τον βάνουν και φουτιά». Στα Τελώνια της Λέσβου τη Μεγάλη Παρασκευή «καίγανε τα’ Οβριού τα γένεια».

Ας ληφθεί υπόψη και η ημερομηνία που γράφτηκε το κείμενο του Μέγα. Ηταν 18 Ιουνίου 1943, η στιγμή δηλαδή που κορυφωνόταν η εκτόπιση των Ελλήνων Εβραίων της Θεσσαλονίκης στα στρατόπεδα του θανάτου.

Ας μη γελιόμαστε λοιπόν. Αυτός που υφίσταται όλα αυτά είναι ο Εβραίος-Ιούδας. Ολα τα χαρακτηριστικά που υποτίθεται ότι αποδίδουν στον προδότη, φιλάργυρο και τιποτένιο Ιούδα είναι εκείνα που συνοδεύουν την εικόνα του Εβραίου στη ρητορική του αντισημιτισμού.

Η αδυναμία της Εκκλησίας

Η αλήθεια είναι ότι όσοι μετέχουν στις σχετικές τελετές δεν συνειδητοποιούν ακριβώς τι κάνουν. Ακολουθούν αυτό που βλέπουν να πραγματοποιείται από άλλους και δεν έχουν, λέει, ιδέα για Εβραίους, Ιούδες, κ.λπ. Τους προσελκύουν μόνο το θέαμα και η φωτιά. Και επικαλούνται τη γνωστή φράση ότι «ο Ελληνας δεν είναι ρατσιστής» και ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει αντισημιτισμός. Ο ιστορικός Γιώργος Μαργαρίτης έχει παραθέσει ένα παρόμοιο επιχείρημα από μια εφημερίδα του τέλους του 19ου αιώνα. Με τίτλο «Ο αντισημιτισμός στην Ελλάδα», η «Εφημερίς» της 25.1.1891 αναφέρεται στο διεθνές φαινόμενο και δηλώνει ανακουφισμένη που αυτό το «αιμοβόρο και τρομακτικό θηρίο», δηλαδή ο αντισημιτισμός, δεν βρίσκει χώρο να εκδηλωθεί στην Ελλάδα: «Ευρίσκεται, δόξα τω Θεώ, και ένας ευλογημένος τόπος εις την ανατολήν όπου το θηρίον αυτό δεν το ευρίσκετε, ή, διά να είμαι ακριβέστερος, το ευρίσκετε υπό άλλην μορφήν, ακίνδυνον όλως. Ο τόπος αυτός είναι η Ελλάς».

Το πόσο «ακίνδυνο» ήταν αυτό το θηρίο φάνηκε μέσα σε λίγες βδομάδες. Στις 2.4.1891, και πάλι παραμονές του Πάσχα, ξέσπασαν αντιεβραϊκές ταραχές με πολλούς νεκρούς στην Κέρκυρα. Πολύ γρήγορα οι ταραχές εξαπλώθηκαν και σ’ άλλα νησιά του Ιουνίου. Αφορμή ήταν η διάδοση της φήμης ότι οι Εβραίοι είχαν απαγάγει και είχαν πάρει το αίμα ενός εντεκάχρονου κοριτσιού. Η γνωστή δηλαδή «συκοφαντία του αίματος» που ανασυρόταν μέχρι την περίοδο του Μεσοπολέμου, προκειμένου να στοχοποιούνται οι Εβραίοι σε διάφορες χριστιανικές χώρες. Αυτό το επεισόδιο περιγράφει ο Παπαδιαμάντης στο τελευταίο του διήγημα («Ο αντίκτυπος του νου»), το οποίο δημοσιεύτηκε πλήρες μετά τον θάνατό του και είναι μια σπαρακτική άρνηση του αντισημιτισμού.

Για τη σχέση της «καύσης του Ιούδα» με τον αντισημιτισμό μαρτυρά το γεγονός ότι μόλις ξέσπασαν οι ταραχές στην Κέρκυρα έσπευσε η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος να εκδώσει ειδική εγκύκλιο στις 12.4.1891 με παραινέσεις για κατάργηση του εθίμου:

«Από των χρόνων της δουλείας του Εθνους ημών επεκράτησε πολλαχού το βάρβαρον έθος, ίνα κατά την αγίαν εορτήν του Πάσχα πυρπολήται πομπωδώς έξω των ιερών ναών ομοίωμα του Ιούδα, του πλήθους αλαλάζοντος, τας χείρας κροτούντος, κραυγάς αναπέμποντος και το καιόμενον άμορφον ομοίωμα πυροβολούντος.
[…] Τούτο αντίκειται εις τας θεμελειώδεις αρχάς του Ευαγγελίου, το οποίον διδάσκει ημάς την προς πάντας αγάπην, και ανοχήν και ανεξικακίαν, και εντέλλεται να αγαπώμεν και αυτούς τους εχθρούς ημών, να ευλογώμεν τους καταρωμένους ημάς και να ευχώμεθα υπέρ των επηρεαζόντων και διωκώντων ημάς. Διότι αντιβαίνει εις αυτό το παράδειγμα του πραοτάτου Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, του αποκαλέσαντος ανεξικάκως εν αυτή τη ώρα της παραδόσεως τον Ιούδα φίλον, ειπών αυτώ: “εταίρε, εφ’ ω πάρει”. Διότι αντιμάχεται τέλος την ανεξικακίαν, ην ο Ιησούς Χριστός έδειξε προς τους σταυρωτάς αυτού κρεμάμενος επί του σταυρού, ότε είπε τους θείους εκείνους λόγους, “Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι”. Συμφώνως λοιπόν προς τας αρχάς του ιερού Ευαγγελίου οφείλομεν ημείς ως γνήσιοι οπαδοί του Ιησού Χριστού να δεικνύωμεν ανοχήν προς τους Ιουδαίους, όντας πλάσματα του Θεού και τέκνα αυτού, τοσούτω δε μάλλον, καθ’ όσον συζώμεν μετ’ αυτών εν τω αυτώ Κράτει, και βαστάζουσι και ούτοι, άτε πολίται τυγχάνοντες, τα αυτά κοινά βάρη, οία και ημείς, επομένως δέον να απολαύσωσι των αγαθών της ησυχίας, της ειρήνης, της τάξεως, μηδενός έχοντος το δικαίωμα του παρενοχλείν αυτοίς.

Η δε πομπώδης και οχλαγωγική καύσις του ομοιώματος του Ιούδα κατά την επίσημον ημέραν του Πάσχα, είναι εσχάτη χλεύη προς τους συμπολίτας ημών Ιουδαίους και εξερεθίζει τα θρησκευτικά μίση, του λαού κατ’ αυτών, ώστε να πιστεύη ευκόλως ούτος και πάσαν κατ’ αυτών κατηγορίαν, και υποθάλπη την διχόνοιαν και τας έριδας μεταξύ ημών και εκείνων, τούτο δε δίδωσιν αφορμήν προς τους εχθροπαθώς διακειμένους προς τε την γεραράν ημών Εκκλησίαν και το θεοφρούρητον Ελληνικόν έθνος, ίνα εκτοξεύσωσι καθ’ ημών κατηγορίας επί φανατισμώ, επί αξενία, και επί μη ευνομία» (αρ. πρωτ. 1843).

Πριν περάσουν είκοσι χρόνια, η Ιερά Σύνοδος αισθάνεται υποχρεωμένη να επανέλθει στο ζήτημα, προφανώς επειδή δεν υπήρχε ανταπόκριση στις εντολές της. Σε νέα εγκύκλιό της στις 10.5.1910 που φέρει τον τίτλο «Περί ανάγκης εξαλείψεως του εθίμου της κατά το Αγιον Πάσχα περιφοράς και καύσεως ομοιώματος του προδότου Ιούδα», η Σύνοδος επαναλαμβάνει:
«Εν τη ημέρα της λαμπροφόρου Αναστάσεως, οπότε η μήτηρ ημών Εκκλησία επί μάλλον προτρέπεται και παρακελεύεται τα πιστά αυτής τέκνα επιδείξασθαι αγάπην και προς αυτούς τους μισούντας ημάς […] εν ταύτη τη πανευφροσύνω εορτή, ενιαχού του θεοφρουρήτου Βασιλείου, προς προσβολήν και ονειδισμόν των συμπολιτών ημών Ιουδαίων, περιφέρεται ομοίωμα του προδότου Ιούδα, και εν μέσω ανοικείων και αξιομέμπτων αλαλαγμών και ατάκτων κραυγών και εκτρόπων σκηνών, πυροβολείται τούτο και καίεται, ει και η Σύνοδος διά της από 12 Απριλίου 1891 Εγκυκλίου ρητώς τον κατάκριτον τούτον αναχρονισμόν απηγόρευσεν, ως αντιβαίνοντα εις τα ιερά της αμωμήτου ημών πίστεως παραγγέλματος. […] Η διά πυροβολισμών και καύσεως ομοιώματος του προδότου διακωμώδησις και εξουθενισμός των συμπολιτών ημών Ιουδαίων, προφανώς διεγείρει θρησκευτικόν μίσος και υποθάλπει κατ’ αυτών φανατισμόν, αμαυροί δε και την υπόληψιν των μερών, ων εν μέσω επισυμβαίνει το τοιούτον κακόν» (αρ. πρωτ. 2014).

Θα χρειαστεί και τρίτη εγκύκλιος στις 17.4.1918:
«Εις γνώσιν της Ιεράς Συνόδου περιήλθεν, ότι επικρατεί εις τινα εισέτι του Κράτους μέρη, έθιμον ξένον εντελώς προς την Εκκλησίαν, καθ’ ο κατά την Μ. Παρασκευήν γίνεται χρήσις λαϊκών ασμάτων, εν οις υπάρχουσι φράσεις καθαπτόμεναι του Εθνους των Εβραίων, ότι δεν κατά την ημέραν του Πάσχα εξακολουθεί ενιαχού να γίνηται η καύσις του λεγομένου “ομοιώματος του Ιούδα”. Η Ιερά Σύνοδος θεωρεί καθήκον Αυτής, όπως φέρη εις γνώσιν πάντων των χριστιανών, ότι η τήρησις τοιούτων εθίμων αντιβαίνει προς την βάσιν και το θεμέλιον της πίστεως ημών, ήτις είναι η αρετή της αγάπης εν γένει προς πάντα άνθρωπον. Πλην τούτο όμως, καθηκόντως υποδεικνύει άμα η Σύνοδος, ότι τα αντιχριστιανικά ταύτα έθιμα, συντελούσι τα μέγιστα και εις την δημιουργίαν ψυχρότητος μεταξύ του ορθοδόξου πληρώματος και των συμπολιτών ημών Ισραηλιτών, οι οποίοι κοινήν σήμερον μεθ’ ημών έχουσι την πατρίδα και τα αυτά προς αυτήν δικαιώματα και καθήκοντα, επ’ ουδενί δε λόγω επιτρέπεται να θίγηται η φιλοτιμία αυτών διά πράξεων και φράσεων, αίτινες ευκόλως δύνανται να εκληφθώσιν ως προσβλητικαί διά το Εθνος των Ισραηλιτών. Τούτων πάντων ένεκεν η Ιερά Σύνοδος έγνω, έχουσα προ οφθαλμών την τε βάσιν της χριστιανικής ημών πίστεως και το συμφέρον της εν ομονοία συμβιώσεως των τέκνων της πατρίδος, όπως ρητώς απαγορεύση τα έθιμα ταύτα, προτρέπεται δε πάντας εις αποφυγήν τούτων» (αρ. πρωτ. 3476).

Από το 1918 δεν εκδόθηκε άλλη σχετική εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου. Ακόμα και η Εκκλησία σήκωσε τα χέρια ψηλά.

Λάδι στη φωτιά

Αυτό που δεν κατάφερε με τις εγκυκλίους της η Εκκλησία, επιχείρησε να το πραγματοποιήσει η πολιτεία, να εξαλείψει δηλαδή το έθιμο. Αλλά η απαγόρευση του εθίμου, που συνέβη μόνο μία φορά, κατέληξε σε αντίθετο αποτέλεσμα.

Ηταν πριν από ενάμιση αιώνα και η απαγόρευση είχε αποτέλεσμα αντιεβραϊκές ταραχές στην Αθήνα, που κατέληξαν ακόμα και στον αποκλεισμό του Πειραιά και των άλλων ελληνικών λιμανιών από τους στόλους των μεγάλων δυνάμεων.

Ηταν η γνωστή υπόθεση Πατσίφικο (1847-1850). Αλλά εκείνη την εποχή είχε μόλις ιδρυθεί το ελληνικό κράτος. Το τελετουργικό κάψιμο του Ιούδα ήταν εξαιρετικά διαδομένο κατά τον τελευταία αιώνα της οθωμανικής κυριαρχίας και όπως γράφει ο Γιώργος Μαργαρίτης «ήταν μια από τις πρακτικές που μεταβαλλόταν ενίοτε σε κανονική κήρυξη πολέμου, με τις επακόλουθες ταραχές ενάντια στους Εβραίους».

Εκείνη την περίοδο ο ανταγωνισμός Χριστιανών και Εβραίων υπηκόων του σουλτάνου είχε κοινωνικές και οικονομικές διαστάσεις, με τις δύο εθνότητες να διεκδικούν καλύτερες θέσεις σε πολλούς εμπορικούς τομείς. Και οι αντιθέσεις αυτές έφταναν μέχρι πραγματικά πογκρόμ εναντίον των Εβραίων, όπως συνέβη επανειλημμένα στην Οδησσό μέρες του Πάσχα με δράστες Ελληνες και Ρώσους.

Αλλά σήμερα πια, και ειδικά μετά το Ολοκαύτωμα, κανείς δεν μπορεί ανοιχτά να υποστηρίξει τη βαρβαρότητα. Παρ’ όλα αυτά, το έθιμο συνεχίζεται και μάλιστα αναβιώνει σε ορισμένες περιοχές ως τουριστικό αξιοθέατο, γεγονός που έχει προκαλέσει και διεθνές ενδιαφέρον.

Στις αρχές του 2005 περιλήφθηκε μάλιστα και στην έκθεση περί παγκόσμιου αντισημιτισμού του Στέιτ Ντιπάρτμεντ: «Ο ΕΟΤ συνεχίζει να προβάλλει στον ιστότοπό του πασχαλινές παραδόσεις όπως η καύση ενός ομοιώματος του Ιούδα σε ορισμένα νησιά, κάτι που είναι γνωστό ως “κάψιμο του Εβραίου”, με αποτέλεσμα να ενισχύονται το μίσος και ο φανατισμός εναντίον των Εβραίων» (U.S. Department of State, «Report on Global Anti-Semitism», 5.1.2005).

Ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, δύο μέρες μετά τη δημοσιοποίηση της έκθεσης, έσπευσε στο κυριακάτικο κήρυγμά του να αντιδράσει, λέγοντας ότι «οι Ελληνες δεν είμαστε ρατσιστές» και προσθέτοντας: «Η έκθεση αυτή επικεντρώνεται στο κάψιμο του Ιούδα τις μέρες του Πάσχα, έθιμο το οποίο γίνεται σε ορισμένα μέρη της Ελλάδας και δεν στρέφεται εναντίον όλων των Εβραίων, αλλά ενός προσώπου, του προδότη Ιούδα». Ηταν μια σαφής υποχώρηση από την αυστηρότητα των τριών εγκυκλίων.

Αν παραμένει σε κανέναν αμφιβολία για το πραγματικό περιεχόμενο του εθίμου, αρκεί να διαβάσει τα πολλά δημοσιεύματα των εντύπων της Χρυσής Αυγής με τις ενθουσιώδεις περιγραφές της καύσης. Χαρακτηριστικό είναι το κείμενο που προβάλλει στο προσωπικό του ιστολόγιο ο «υπαρχηγός» Χρήστος Παππάς με τίτλο «Το “κάψιμο του Ιούδα” και η συμβολική του αξία για τον Ελληνα».
Γράφει ο Παππάς: «Στην Ορθόδοξη Πίστη το συγκεκριμένο έθιμο λειτουργεί ως ένα είδος παραδειγματικής τιμωρίας της προδοσίας και του προδότη υπό την γενική έννοια, καθώς ο Ιούδας δεν κατάφερε να εξιλεωθεί ούτε μετά θάνατον, κατά την ευαγγελική παράδοση, αφού ήταν αυτόχειρας. Η μεγαλύτερη όμως και πιο σημαντική, συμβολική αξία του εθίμου, παρά την αέναη προσπάθεια ΜΜΕ και επίσημης Εκκλησίας να καταργηθεί, είναι πως στο πρόσωπο του Ιούδα η Ορθοδοξία και κατ’ επέκταση ο Χριστιανισμός έστελνε στην πυρά το γένος των Εβραίων. Των θεοκτόνων όπως αναφέρουν τα Ευαγγέλια και τα εγκώμια. Ο Εβραίος Ιούδας αντιπροσωπεύει δύο αναίσχυντες ιδιότητες, τη φιλαργυρία και τη δειλία. Στην Ελλάδα η φυλετική ψυχή του λαού μας σε συνδυασμό με το θρησκευτικό του συναίσθημα αποστρέφονται μετά βδελυγμίας τις παραπάνω “αρετές” όντας πλήρως αντίθετες με τα φυλετικά του πρότυπα και είναι ένας από τους λόγους που παρά τη συνεχή προπαγάνδα το κάψιμο του Ιούδα παραμένει ένα έθιμο ζωντανό και με τεράστια απήχηση σε όλο το ηλικιακό φάσμα».

Δεν νομίζουμε ότι μένει καμιά αμφιβολία για την επικαιρότητα του μηνύματος μίσους που αποπνέει το έθιμο. «Αμφέβαλλα αν θα συμφιλιωνόμουνα ποτέ με τούτο το έθιμο», γράφει σε ένα από τα πρόσφατα μυθιστορήματά της η Ρέα Γαλανάκη, με την τόλμη που αντλεί από την τέχνη της. Και συνεχίζει: «Ασυνείδητα πλην σταθερά, θα ενίσχυε και στον εικοστό πρώτο αιώνα την αρχέγονη άκριτη σκέψη, την εκδίκηση μιας ομάδας ανθρώπων εναντίον μιας άλλης ομάδας, εν ονόματι του διαφορετικού. Με δυο λόγια, την τυφλή βία του ρατσισμού, του φανατισμού, των ακραίων αντιλήψεων».

Ας το ξανασκεφτούμε, όταν θα βρεθούμε για μία ακόμα φορά μπροστά στην αναβίωση αυτού του τάχα «αθώου» εθίμου.

Πηγή: Εφημερίδα των Συντακτών

Advertisements

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s