Το σφραγισμένο βαγόνι της μνήμης

Από τον ΙΑΚΩΒ ΣΙΜΠΗ
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό: The Athens Revue of books
Φεβρουάριος 2012 – έτος 3ο – τεύχος 26
Σελ. 47

Από την πρώτη στιγμή ήμουν εναντίον της καθιέρωσης μιας ακόμα ημέρας στη μνήμη των νεκρών. Μέχρι τότε «θυμόμασταν» την 27η Νισσάν (σύμφωνα με το εβραϊκό ημερολόγιο), μερικές μέρες μετά το εβραϊκό Πάσχα. Αυτή ήταν η μέρα που καθιερώθηκε διά νόμου στο Ισραήλ με την ονομασία «Ημέρα του Ολοκαυτώματος και του Ηρωισμού» και την τηρούσαν οι Εβραίοι όλου του κόσμου. Και αυτή είναι η μέρα που αποδέχτηκε η εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης και όλες οι εβραϊκές κοινότητες της Ελλάδας μετά από απόφαση του ΚΙΣ. Ήξερα πως δεν υπήρχε προηγούμενο δύο διαφορετικών ημερών μνήμης για το ίδιο γεγονός, κι αυτό με έκανε να αμφισβητώ τη λογική της απόφασης της διεθνούς κοινότητας.

Όμως η αντίθεσή μου για την καθιέρωση της παγκόσμιας ημέρας απέρρεε από το αίσθημά μου πως το δικό μου πένθος είναι μόνο δικό μου και αρνούμαι να το μοιραστώ με οιονδήποτε και ιδίως με όλους εκείνους που το προκάλεσαν, με όλους εκείνους που δεν έκαναν τίποτα για να το αποτρέψουν, με όλους εκείνους που χάρηκαν για την εξόντωση, με όλους εκείνους που μετά τον πόλεμο έκαναν το παν να σβήσουν τα ίχνη του Ολοκαυτώματος, με όλους εκείνους που προσπάθησαν να σβήσουν ακόμη και τη μνήμη, με όλους εκείνους που εκμεταλλεύτηκαν τον χαμό των δικών μου για να αποκομίσουν κέρδη, με όλους εκείνους που είδαν τους Εβραίους να φεύγουν στο άγνωστο και αδιαφόρησαν, με όλους εκείνους που μέχρι σήμερα ρίχνουν την ευθύνη για τον αποδεκατισμό στο θύμα. Με εκείνους που με μεγάλη ευκολία κηρύσσουν πως το «θύμα έγινε θύτης»και ακόμα πως το «θύμα ήταν ο θύτης του εαυτού του».

Ήθελα όλοι να με αφήσουν να κλάψω ήσυχος τον θείο μου και τη θεία μου, τους παππούδες μου και τις γιαγιάδες μου, τα ξαδέλφια μου που δεν γνώρισα. Εκείνους που δεν μπόρεσαν ποτέ να μου ευχηθούν «να τα εκατοστήσεις», που ποτέ δεν με φίλησαν, ούτε συμβουλή μου έδωσαν, ούτε με μάλωσαν. Να θυμηθώ τα παιδικά μου χρόνια και όλους αυτούς που αιωρούνταν πάντα μέσα στο σπίτι μου, που ζούσαν μαζί μας. Όλα αυτά τα φαντάσματα που διέπλασαν όλους εμάς που δεν τα γνωρίσαμε.

Εκείνη την ημέρα του Ολοκαυτώματος έβλεπα τους γονείς μου να πηγαίνουν στη συναγωγή και μετά στο νεκροταφείο για να κλάψουν. Όμως ο κόσμος αποφάσισε. Έπρεπε με κάποιον τρόπο να εξιλεωθεί για την εγκληματική του αδιαφορία, την άρνησή του να βοηθήσει. Και καθιέρωσε μια ακόμα ημέρα. δική του. Την 27η Ιανουαρίου. Ημέρα μνήμης τη λένε. Η Ελλάδα ήταν η τελευταία χώρα που αποδέχθηκε αυτή τη διεθνή επέτειο, πράγμα που με έκανε από τη μια μεριά να χαίρομαι και από την άλλη να καταλαβαίνω αυτά που μου έλεγε κρυφά τα βράδια ο πατέρας μου για τη συμπεριφορά των συμπατριωτών του. Η χαρά όμως δεν κράτησε πολύ. Η Ελληνική Βουλή ψήφισε την επέτειο. Άλλη μια «γιορτή» για εκείνους που βρίσκονται στις λίστες των προσκλήσεων. Άλλη μια γιορτή για εκείνους που ναρκισσεύονται, βγάζοντας δακρύβρεχτους λόγους, άλλη μια γιορτή για εκείνους που θα φωτογραφηθούν και πάλι να υποδέχονται επισήμους. Άλλη μία γιορτή για εκείνους που νομίζουν πως μπορούν να κρύψουν την πεποιημένη θλίψη τους.

Εκ των υστέρων διαπίστωσα πως η καθιέρωση αυτής της ημέρας είχε και αντικειμενικές συνέπειες. Είδα την παραδοσιακή, την εβραϊκή μέρα του Ολοκαυτώματος να συρρικνώνεται. Για τους γονείς μου ήταν ημέρα πένθους. Σηκώνονταν νωρίς το πρωί και πήγαιναν στην κατάμεστη συναγωγή. Μετά στο νεκροταφείο. Ένιωθα τη θλίψη να τα διαπερνά όλα. Την είδα να αντικαθίσταται από μια ημέρα που καμιά σχέση δεν έχει με κανένα πένθος. Την είδα να αντικαθιστά την ημέρα που οι γονείς μου περίμεναν για να θυμηθούν. Είδα τις συναγωγές να αδειάζουν από πενθούντες και να γεμίζουν από αγνώστους κάποιες αίθουσες τελετών ή Μέγαρα Μουσικής. Είδα πάνω στη σκηνή την τραγουδίστρια να ερμηνεύει λαϊκά τραγούδια και τους καλεσμένους να ακούν χωρίς να αντιλαμβάνονται το μέγεθος της στρέβλωσης.
Και ξαφνικά η μνήμη χάθηκε.

Όμως ο χρόνος κυλάει και ίσως να πρόκειται για σημάδια των καιρών. Ίσως η μνήμη να μην μπόρεσε να περάσει στην τρίτη γενιά και ίσως να εξαϋλώθηκε πριν ακόμα σβήσουν από τη μνήμη μας εκείνοι που είχαν την τύχη να επιζήσουν. Καμιά φορά, όταν σκέφτομαι «συνωμοσιολογικά», μου έρχεται στο μυαλό ότι η δεύτερη ημέρα μνήμης επινοήθηκε εσκεμμένα για να επισπεύσει τη λησμονιά που ήδη είχε αρχίσει, πριν ακόμα τα θύματα ξεκινήσουν με τα τρένα για το τελικό τους ταξίδι.

Είτε έτσι είτε αλλιώς, εγώ δεν μπορώ πια να πενθήσω. Με ενοχλεί ο συνωστισμός με ανθρώπους που δεν νιώθουν αυτό που νιώθω εγώ. Με ενοχλεί η φασαρία τους. Με ενοχλούν τα άρθρα τους στις εφημερίδες, εκείνες που πριν από 70 χρόνια καλούσαν τους Γερμανούς να τελειώνουν με τους Εβραίους. Με ενοχλούν οι λόγοι τους που συγκρίνουν την αιτία του πένθους μου με άλλα πένθη. Με ενοχλεί που συγκρίνουν εμένα, τον απόγονο των νεκρών συγγενών μου, με τους θύτες τους. Με ενοχλούν όλοι αυτοί και όλα αυτά.

Η γιορτή όμως καθιερώθηκε. Κι όλοι σας πρέπει να γιορτάσετε. Εγώ όμως με τις εμμονές μου θα προσπαθώ πάντα να σας «ψυχαγωγώ» με ποιήματα και άλλα, που δημιουργούν ακόμη κάποιοι έμμονοι μνήμονες…

ΝΤΑΝ ΠΑΓΚΙΣ
Γραμμένο με μολύβι στο σφραγισμένο βαγόνι
Eδώ σε αυτή την αποστολή
εγώ η Εύα με τον γιο μου Άβελ
αν δείτε τον μεγάλο μου γιο, τον Κάιν Ανθρώπου Γιο
πείτε του πως εγώ…

ΒΙΣΛΑΒΑ ΣΙΜΠΟΡΣΚΑ

Τέλος και Αρχή
Μετά από κάθε πόλεμο κάποιος πρέπει να καθαρίσει.
Αφού οποιαδήποτε τάξη από μόνη της δεν θα μπει.
Κάποιος πρέπει τα συντρίμμια να πάει στις άκρες των δρόμων,
για να μπορούν να περνούν από κει τα γεμάτα νεκρούς κάρα.
Κάποιος πρέπει να τσαλαβουτήσει στη λάσπη και τη στάχτη,
στις σούστες καναπέδων, στα θρύψαλα τζαμιών και αιματοβαμμένων κουρελιών.
Κάποιος πρέπει να σύρει ένα μαδέρι για να στηρίξει τον τοίχο,
να βάλει το τζάμι στο παράθυρο, να στερεώσει μια πόρτα στους μεντεσέδες της.
Δεν έχουν φωτογένεια όλα αυτά και χρειάζονται χρόνια πολλά.
Όλες οι κάμερες ήδη φύγαν και πήγαν στον άλλον τον πόλεμο.
Τις γέφυρες τις χρειαζόμαστε πάλι και τους σιδηροδρομικούς σταθμούς ξανά.
Τα μανίκια θα γίνουν κουρελόπανα από το πολύ δίπλωμα.
Κάποιος με τη σκούπα στο χέρι θυμάται ακόμα πώς ήταν πρώτα.
Κάποιος παρακολουθεί και το κεφάλι που δεν καρατομήθηκε κουνάει.
Ήδη όμως γύρω τους θα αρχίσουν να περιφέρονται άλλοι,
που όλα αυτά θα τους προκαλούν πλήξη.
Πού και πού κάποιος ακόμα θα σκάβει κάτω από την κουβέντα
φαγωμένους απ’ τη σκουριά ισχυρισμούς
και θα τους μεταφέρει στη στίβα των υπολειμμάτων
Εκείνοι που ήξεραν τι έγινε εδώ και γιατί, πρέπει να δώσουν τη θέση σε εκείνους
που ξέρουν λίγα, και λιγότερο από λίγα, και τελικά, τίποτα.
Στο χορτάρι, που σκέπασε τις αιτίες και τα αποτελέσματα,
κάποιος πρέπει να ξαπλώσει με ένα στάχυ στα δόντια του
και να χαζεύει με απορία τα σύννεφα.

— Μετάφραση: Ιακώβ Σιμπή

ΝΤΑΝ ΠΑΓΚΙΣ (16 Οκτωβρίου 1930 – 29 Ιουνίου 1986), ισραηλινός ποιητής και μεταφραστής. Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ. Δίδαξε εβραϊκή ποίηση στη Μεσαιωνική Ισπανία.

ΒΙΣΛΑΒΑ ΣΙΜΠΟΡΣΚΑ, Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 1996. Γεννήθηκε στις 2 Ιουλίου του 1923 στο Μπνιν, κοντά στην πόλη Πόζναν της Πολωνίας.

Advertisements

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s