Κομμουνισμός και Ισραήλ

Το κείμενο αυτό γράφτηκε συλλογικά και δημοσιεύτηκε αρχικά από την αντιγερμανική (anti-Deutsch) ομάδα Initiative Sozialistisches Forum (πρωτοβουλία Σοσιαλιστικό Φόρουμ) με τίτλο «Der Kommunismus und Israel» στην συλλογή «Furchtbare Antisemiten, ehrbare Antizionisten. Über Israel und die links deutsche Ideologie, Freiburg im Breisgan, Germany, 2002» (Τραγικοί αντισημίτες, αξιοσέβαστοι αντισιωνιστές. Σχετικά με το Ισραήλ και την αριστερή γερμανική ιδεολογία, Freiburg im Breisgau, Γερμανία, 2002). Μετάφραση Shades Magazine

Ο κομμουνισμός σύμφωνα με τον Marx, είναι “η επίλυση του γρίφου της ιστορίας”. Ο γρίφος αυτός συνίσταται στο ότι, με την εγκαθίδρυση της σχέσης-κεφαλαίου, τη διαίρεση της ανθρώπινης φυλής σε αυτούς που κυριαρχούν και σε αυτούς που κυριαρχούνται σε εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους, έχει επιδεινωθεί σε τέτοιο βαθμό που η επανάσταση, καθηλωμένη μεταξύ ολικής πραγμάτωσης και μετάβασης σε σχέσεις «ελεύθερων ατομικοτήτων», φαίνεται επικείμενη όσο και αν αποσύρεται στο βάθος. Οι μαρξιστές απ’ όλα τα επιχειρήματα, αντί να αποκηρύξουν τον γρίφο εντός της τραγικότητας του, αντί να το υποβάλουν σε κριτική, επιμένουν στον εξορθολογισμό του και ως τέτοιοι συνυπάρχουν στην ιδεολογική του παραμόρφωση.

Το Ισραήλ είναι το «Shibboleth» [1] της επικείμενης επανάστασης, η ακατανόητη σκιά της αποτυχίας της. Είναι ο κακός οιωνός (Menetekel) που ακούσια εικονογραφεί τις ελάχιστες κατηγορηματικές συνθήκες του κομμουνισμού ενώ ταυτόχρονα, επιδεικνύει τη θηριωδία για την οποία το αστικό εθνικό κράτος είναι ικανό. Αυτοί που δεν κατάφεραν να αντιληφθούν το μίσος που τρέφεται για το συγκεκριμένο κράτος ― ενσωματωμένο στον αντισιωνισμό και στον αντισημιτισμό και που οι αμφότεροι φιλοδοξούν στην εξάλειψη των κατοίκων του καθώς και των Εβραίων που ζουν διάσπαρτοι σε όλο τον κόσμο ― δεν έχουν καταλάβει την ουσία του αντισημιτισμού: το άνευ όρων μίσος για την ιδέα μιας ανθρωπότητας που ζει κάτω από ελεύθερες αλληλεπιδράσεις (free associations). Αποτυγχάνουν στο να αδράξουν τον κομμουνισμό ως την λύση του γρίφου της ιστορίας.

Η ύπαρξη του Ισραήλ είναι ένας όλεθρος για την Αριστερά. Αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι, το συγκεκριμένο έθνος-κράτος δε μπορεί να γίνει κατανοητό με όρους αποικιακών επαναστάσεων ή κινημάτων εθνικής απελευθέρωσης. Εκτός και αν κάποιος θέλει να καταστήσει ως τέτοιες τις τρομοκρατικές ενέργειες της σιωνιστικής παραστρατιωτικής οργάνωσης «Irgun»[2], υπό την ηγεσία του Menachem Begin, εναντίων των Βρετανών πριν την ίδρυση του Ισραήλ. Το Ισραήλ, το «ταυτολογικό έθνος», όπως ονομάζεται από το αριστερό αντιγερμανικό περιοδικό «Bahamas», είναι γενικώς ανωμαλία· δε ταιριάζει με κανένα σχήμα της φιλοσοφίας της ιστορίας και δεν εκφράζει κανένα πολιτικό ενδιαφέρον, ούτε της αστικής τάξης και των πνευματικών υποστηριχτών της, ούτε της Αριστεράς και των θεωρητικών της.

Πόσο ανέλπιδα φαίνονται σήμερα τα συμφέροντα του Διαφωτισμού και της ανθρώπινης χειραφέτησης! Πόσο μάταιη, φαινομενικά χτισμένη πάνω σε άμμο, είναι η ελπίδα της επαναστατικής απόδρασης, της υπέρβασης της κοινωνικά επιβεβλημένης και ατομικά σκληραγωγημένης κοινωνικής ανωριμότητας! Ούτε αυτοί, των οποίων το σύνολο των δραστηριοτήτων και των σκοπών τους είναι η διαιώνιση της λάθους κοινωνίας, δεν το καταδεικνύουν. Από αυτούς, δηλαδή τους απολογητές του κεφαλαίου, τους κοινωνιολόγους, τους επωφελούμενους και τους ιδεολόγους, δε μπορεί κανείς να περιμένει τίποτε άλλο εκτός από αυτό που καθημερινά προκηρύσσει ως «θεωρία» η εφημερίδα Frankurter Allgemeinen Zeitung (FAZ). Πάρτε για παράδειγμα την 11η του Μαρτίου, 2002: «Το να πιστεύεις στον καπιταλισμό δε σημαίνει τελικά τίποτα διαφορετικό από το να πιστεύεις στον άνθρωπο». Ή σε ένα απορρυπαντικό ρούχων. Αυτό είναι εξίσου αληθινό με το να λέμε ότι η πίστη στη φεουδαρχία είναι τελικά, πίστη στον Θεό. Ωστόσο, έχει την κακή παρενέργεια της μετατροπής της κεφαλαιοκρατικής σχέσης σε ένα ανθρωπολογικό δεδομένο. Με αυτή τη λογική, η ανθρωπότητα ζει εντός του κεφαλαίου όπως τα μυρμήγκια ζούνε εντός των αποικιών τους: σε συνθήκες αθωότητας, δίχως αλλοτρίωση και αυθόρμητα. Και, παρ’ όλα αυτά, παρά το απολογητικό τους ενδιαφέρον, η FAZ είναι πιο στενά εξοικειωμένη με τη συνολική αρνητικότητα των υπαρχουσών συνθηκών απ’ ότι η Αριστερά, που σκοπεύει να τις μεταρρυθμίσει ή να τις επαναστατικοποιήσει.

Η επίκληση της αριστεράς σε όρους όπως «κοινωνία», «τάξη» και «συμφέρον» έχει χαρακτήρα θετικού οίκτου. Αυτό είναι προφανές αν κάποιος διαβάσει τα γραπτά αυτού του κινήματος όπως των IZ3W, Wildcat ή τα πιο σκληρά στο Analyse und Kritik. Πράγματι, κάποιος πρέπει να τους παρακολουθεί στενά όταν τα είδωλά τους, από το ιδρυτικό μέλος του Πράσινου Κόμματος, Jutta Ditfurth και τη συμπρόεδρο του, Claudia Roth έως την «κομμουνίστρια», Sarah Wagenknecht του Αριστερού Κόμματος, μιλούν για τον φασισμό των ναζί. Η Wagenknecht για παράδειγμα, ισχυρίζεται με βεβαιότητα ότι «δεν υπάρχει καμία γενετική και ιστορική τάση που οδήγησε το «γερμανικό έθνος» αναγκαστικά και αναπόφευκτα στο φασισμό και το Άουσβιτς. Ακόμα και πίσω από την πιο γελοία βαρβαρότητα υπήρχαν ορθολογικά, όχι εθνικά, συμφέροντα. Εξάλλου, ο πόλεμος και η γενοκτονία ήταν εξαιρετικά επικερδής. Ο «θάνατος μέσω της εργασίας» εξασφάλιζε αναλογία εκμετάλλευσης κοντά στο 100%. Η φαντασία αυτής της Αριστεράς για έναν κόσμο πέρα από τον καπιταλισμό και τον φασισμό, εκφράζεται ακολούθως από την ερώτηση που τέθηκε στην πρόσκληση του Ομοσπονδιακού Συνεδρίου Συντονισμού για τη Διεθνιστικότητα (BUKO) της Γερμανίας το 2002: «Πως μπορούμε να βρούμε κάτι καλύτερο από το έθνος;». Διατυπωμένο με αυτόν τον τρόπο, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα μπορεί να είναι μόνο κάτι που ταιριάζει στα νομοσχέδια: το Volk [3]. Αλλιώς, αντί για αναζήτηση νέων ταυτοτήτων, η Αριστερά θα έπρεπε να μιλά για κατάργηση του έθνους, του κράτους και του χρήματος.

Αυτή η Αριστερά δεν είναι λιγότερο σιχαμερή όταν παραληρεί πάλι και πάλι για το Ισραήλ. Η σύνδεση του αντισημιτισμού με τη πεποίθηση  να καταργηθεί η αστική κοινότητα-κράτος των Εβραίων, δηλαδή την κατάλυση του Ισραήλ, είναι προφανής: ο αποκαλούμενος αντισιωνισμός δεν πρόκειται για τίποτα άλλο από τη γεωπολιτική αναπαραγωγή του αντισημιτισμού. Ο αντισιωνισμός είναι η μορφή που πρέπει να πάρει ο αντισημιτισμός στην παγκόσμια αγορά και πολιτική μετά το Άουσβιτς. Ο αντισιωνισμός είναι ο αντισημιτισμός που συγκεντρώθηκε από τις πρώτες καπιταλιστικές κοινωνίες και διαδόθηκε στον υπόλοιπο κόσμο. Έτσι το Ισραήλ, είναι ο Εβραίος μεταξύ των εθνών-κρατών, όπως γίνεται ξεκάθαρο από την καταδίκη του Σιωνισμού από τον ΟΗΕ, ως μορφή ρατσισμού (απόφαση 3379 της Γ.Σ. του ΟΗΕ το 1975). Η ηθική καταδίκη για τη σύσταση αστικής κυβέρνησης κατευθύνεται αποκλειστικά στο Ισραήλ, το οποίο αποκρυσταλλώνει αυτό που ο κόσμος του Volksstaaten (το κράτος του Völk – Λαού) θα μας έκανε να ξεχάσουμε ― ότι η συγκέντρωση της πολιτικής βίας πάνω στη ζωή και τον θάνατο, σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί τη φυσική οργάνωση της ανθρωπότητας αλλά είναι πολύ περισσότερο μια ορισμένη έκφραση κυριαρχίας και εκμετάλλευσης. Έτσι, καθίσταται παράλογη η κριτική στην κρατική υπόσταση του Ισραήλ, παρά το γεγονός ότι το Ισραήλ είναι το μόνο κράτος στο κόσμο που μπορεί να διεκδικήσει για τον εαυτό του μια αδιαμφισβήτητη νομιμότητα. Γιατί το ασύγχρονο κράτος είναι αυτό που δημιουργήθηκε ως αντίδραση στην αποτυχία των εθνικών αστικών επαναστάσεων. Ως εκ τούτου, πρόκειται ταυτόχρονα για αργοπορημένη ενέργεια αυτοάμυνας ενάντια στη μαζική δολοφονία των Ευρωπαίων Εβραίων και μια απάντηση στην Σταλινική προδοσία της κομμουνιστικής παγκόσμιας επανάστασης.

Η καλοπροαίρετη Αριστερά απορρίπτει τον αντισημιτισμό, αλλά δε μπορεί να συμφωνήσει με τις πολιτικές του Ισραήλ κατά των Παλαιστινιακών προσπαθειών να ιδρύσουν κράτος. Τι καθιστά αλήθεια τόσο δύσκολο το να διευκρινιστούν οι επιπτώσεις των κρίσιμων εξωτερικών πολιτικών της αντισημιτικής βούλησης για εξόντωση; Εμπόδιο τους είναι, πρώτον: ότι υπάρχει άγνοια στην Αριστερά σχετικά με την αστική κρατική υπόσταση και δεύτερον: ο ειρηνισμός τους εμπνευσμένος από τους επαναστατικούς αντι-μιλιταριστές: από τον Mohatma Gandhi μέχρι τον Auguste Blanqui. Ας εξετάσουμε την περίπτωση του Ariel Sharon που, παραγνωρίζεται ως περίπτωση αποχαλινωμένου σοβινισμού, στο στυλ των υπερσυντηρητικών Franz Josef Straub και Edmund Stoiber. Πίσω από αυτή τη σύγχυση, ο πασιφισμός δεν επιθυμεί να στερήσει από τον εαυτό του το δικαίωμα να επικρίνει, αν όχι το κράτος του Ισραήλ, τότε τουλάχιστον τις πολιτικές του Ισραηλινού κράτους. Κατ’ αυτόν τον τρόπο υποχωρεί σε μια πασιφιστική στάση που θυμίζει τη στάση των πρώτων παρτιζάνων του Πράσινου Κόμματος όπως της Petra Kelly και του Thomas Ebermann στις αρχές του 1980. Αυτό το ρεύμα πασιφισμού αναγνωρίζει ως λογικό οπωσδήποτε να επιτρέπεται η κριτική στις κυβερνητικές πολιτικές του Ισραήλ. Μια τέτοια οπτική, ανακεφαλαιώνει μόνο τον κοινωνικό ρεφορμισμό στον οποίο έχει δεσμευτεί ο πασιφισμός. Ενεργούν λες και η «κριτική» τους στις πολιτικές του Ισραήλ δεν ακούγεται κάθε πρωί από κάθε λογής πολιτική εφημερίδα! Είναι ο αντισημιτισμός που ισχυρίζεται ότι απορρίπτει κάθε πραγματικό αντισημιτισμό και αυτός είναι που σήμερα προσφέρει στην υποκριτική συνείδηση των Γερμανών το βρωμερό: «Μα κύριε, ο καλύτερός μου φίλος είναι Εβραίος…». 

Ο ρεφορμισμός αυτός, επιδιώκει να αποενοχοποιηθεί εντοπίζοντας τον εαυτό του στο Ισραηλινό ειρηνευτικό κίνημα και στους Αμερικανούς υποστηρικτές του, συμπεριλαμβανομένου και μορφών όπως ο Uri Anvery, ο Norman Finkelstein, η Felicia Langer και ο Mosheh Tsukermann. Τέτοιου είδους άνθρωποι σημαίνουν για το Ισραήλ ό,τι σήμαινε για τη Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία των αρχών του 1960 η ρεφορμιστική αντι-μιλιταριστική Γερμανική Ειρηνευτική Ένωση (Deutsche Friedensunion). Η ταύτιση του συγκεκριμένου αυτού γερμανικού πασιφισμού με το Ισραηλινό ειρηνευτικό κίνημα βασίζεται φυσικά στο γεγονός ότι κανείς δεν έχει ακούσει εκ μέρους τους καμία πρόταση για την κατάσταση του κεφαλαίου ή, για το συγκεκριμένο ζήτημα, μια υλιστική σύλληψη της μαζική καταστροφής. Έτσι, ο Zuckermann, ο οποίος τοποθετεί τον εαυτό του εντός της κριτικής θεωρίας, φαινομενικά ολισθαίνει προς την πολυπολιτισμικότητα, παρά το γεγονός ότι βασίζεται σε όρους όπως το «δεύτερο ολοκαύτωμα» με στόχο να διασαφηνίσει τις πολιτικές του Ισραήλ.

Οι κυρίαρχες αριστερές «αναλύσεις» για την Ισραηλινή πολιτική παραλείπουν τη σημασία του χαρακτήρα της χώρας ως ασύγχρονου κράτους των Εβραίων. Το Ισραήλ είναι η αντίδραση στην προδοσία του Διαφωτισμού και της παγκόσμιας επανάστασης όπως και μια απόπειρα αυτοάμυνας ή εύρεση ασυλίας ενάντια στον φασισμό των ναζί. Επιπλέον όμως, τα κοινά πρότυπα της αστικής διανομής ρόλων ― το μονοπώλιο στην νόμιμη χρήση βίας που κατέχει το αστικό κράτος και που ασκείται από τους ανθρώπους στους οποίους έχει ανατεθεί η διακυβέρνησή του ― δεν ισχύουν για το κράτος του Ισραήλ λαμβάνοντας ως δεδομένες τις συνθήκες σχηματισμού του. Το γεγονός ότι οι «κριτικοί» των πολιτικών της Ισραηλινής κυβέρνησης αγνοούν τέτοιες εκτιμήσεις γίνεται εμφανές, μεταξύ άλλων, όταν δείχνουν συμπάθεια για τον φασιστικό όχλο και τους οργανισμούς που ανταμείβουν βομβιστές αυτοκτονίας απλώς επειδή αποτελούν τη συνέπεια της κατοχής και της εκμετάλλευσης. Αλλά, όταν πρόκειται για τις απόπειρες του Ισραήλ να συντρίψει την στρατιωτική υποδομή των εχθρών του, αυτοί οι «κριτικοί» μιλούν για την «εξόντωση» ή και τον «αφανισμό» του παλαιστινιακού λαού. Όπως ακριβώς και στο ανόητο ερώτημα για το αν κανείς επιτρέπεται να κατονομάζει αυτούς τους ανέντιμους κερδοσκόπους λέγοντας αυτό που πραγματικά είναι χωρίς να κατηγορηθεί για αντισημιτισμό, έτσι και το ερώτημα που μελετάται από αριστεριστές για το αν ο φασισμός θα ήταν ομοίως δυνατός στο Ισραήλ, αφού στην τελική πρόκειται για μια αστική κοινωνία, συγκαλύπτει μια εσφαλμένη και στρεβλωμένη παραγνώριση των πιο πολιτικά εμφανών χαρακτηριστικών του Ισραηλινού κράτους. Είναι εσφαλμένη γιατί αυτό ακριβώς που απαιτεί εξήγηση είναι το πώς στο Ισραήλ, μεταξύ των αφόρητων συνθηκών του παρελθόντος (την απειλή της εξαφάνισης) και των ανεκπλήρωτων νέων συνθηκών (η κοινωνία χωρίς κυριαρχία), βρίσκουμε ακριβώς την επιτομή εκείνου που κάποτε ήταν γνωστό και βρισκόταν εγγεγραμμένο σε κόκκινα πανό ως η «δικτατορία του προλεταριάτου», η οργανωμένη πολιτική δύναμη χειραφέτησης μέσω της επανάστασης. Λαμβάνοντας υπ΄ όψη την ιδρυτική ιδέα του ισραηλινού κράτους σε σχέση με το ερώτημα της «δικτατορίας του προλεταριάτου» και ενάντια στο κλίμα που δημιουργούν οι μύθοι της Αριστεράς για το συγκεκριμένο κράτος, οποιαδήποτε κρίση που αφορά τις ενέργειες της Ισραηλινής κυβέρνησης πρέπει επίσης να αντικατοπτρίζει τις ιδιαιτερότητες της Ισραηλινής κρατικής υπόστασης.

Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι ο Ariel Sharon είναι ο Lenin του Ισραήλ. Αυτό που διακυβεύεται εδώ είναι ότι η κρατική υπόσταση του Ισραήλ απορρέει ιστορικά και δομικά από την ουσία του ως δύναμη χειραφέτησης καθιερωμένης μέσω ενός κοινοβουλίου και αποκρυσταλλωμένης εντός της κρατικής δύναμης (pouvoir de l’ Etait). Είναι αδύνατον να γίνει διάκριση μεταξύ του κανόνα και της εφαρμογής της μορφής κράτους, με τον ίδιο τρόπο που δε θεωρείται κάποιος από τους δύο γερμανούς καγκελάριους, ο σοσιαλδημοκράτης Schröder ή ο χριστιανός σοσιαλιστής Stoiber, καταλληλότερος για τη διαφύλαξη του κοινού καλού. Όποιος κάνει τέτοιου είδους διακρίσεις σχετικά με το Ισραήλ, όχι μόνο διακηρύσσει την ελλιπή κατανόηση που έχει για το Ισραηλινό κράτος, αλλά υιοθετεί τουλάχιστον έναν μετριοπαθή αντισιωνισμό στο πνεύμα των δημοφιλών Παρελάσεων του Πάσχα, το 2002 (Easter Marches) που πραγματοποίησε το ειρηνευτικό κίνημα σε ολόκληρη τη χώρα, όπου ακτιβιστές υπερήφανα σήκωναν εθνικά λάβαρα της Παλαιστίνης. Ή στο πνεύμα του θλιβερού ιταλικού κινήματος εναντίων της παγκοσμιοποίησης Tute Bianche, που καλούσε σε μποϊκοτάρισμα των Ισραηλινών εμπορευμάτων, ή της μάταιης μαχητικής εργατικής ομάδας Wildcat που πίστευε σοβαρά πως μπορούσε να υποβάλει το Ισραήλ σε «ταξική ανάλυση». Όλες αυτές οι ανοησίες αποσιωπούν το γεγονός ότι ο Ariel Sharon, αν και ακούσια, έχει στενότερη σχέση με τον κομμουνισμό απ’ ότι οι κριτικοί του· διότι, όπως μια Ισραηλινή εκδοχή του Buenaventura Durruti, ο μόνος ανοικτός δρόμος του Sharon ως στρατηγός ήταν να πολεμήσει στον αντιφασιστικό αγώνα. Η πραγμάτωση του κομμουνισμού ως έναν κόσμο δίχως κράτη και τάξεις απαιτεί, αν θέλει να επιτευχθεί και να διατηρηθεί, κάτι αδύνατο: εκδίκηση για τους νεκρούς, για τα θύματα της βαρβαρότητας, όπως σήμερα διεκδικεί δικαιοσύνη για τους ζωντανούς, με το να αντιμετωπίζονται όλοι σύμφωνα με τον χαρακτήρα τους. Μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορεί ο κομμουνισμός να πραγματωθεί στο μέγιστο βαθμό όπως προβλέπει το γνωμικό: «ο καθένας ανάλογα με τις ικανότητές του, για τον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του». Υπό αυτή την προοπτική, το Ισραήλ πρόκειται για την ένοπλη απόπειρα να βιωθεί ο κομμουνισμός. Αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό από τους αριστεριστές που, όχι και πολύ καιρό πριν, ωρύονταν υποστηρίζοντας τη δικτατορία του προλεταριάτου, υποκλίνονταν μπροστά στον κρατικό καπιταλισμό της Σοβιετικής Ένωσης, της Λαϊκής δημοκρατίας της Γερμανίας, της Κίνας, της Αλβανίας και που διατυμπάνιζαν τα εθνικά (völkisch) απελευθερωτικά κινήματα του τρίτου κόσμου. Σήμερα φαίνεται σαν όλες αυτές οι παράξενες ταυτοποιήσεις να συνενώνονται γύρω από την άνευ όρων στήριξη του παλαιστινιακού λαού εναντίων του Ισραήλ.

Μετά την κατάρρευση του Μαρξισμού-Λενινισμού, δεν μπορούμε πλέον να μιλάμε για «επιστημονικό σοσιαλισμό». Αυτός, έχει αντικατασταθεί από μια όχι πια επιστημονική αλλά ενστικτώδη, διαισθητικά εφαρμοζόμενη δεκτικότητα της Αριστεράς προς τον μυστικισμό σε παγκόσμια ιστορική κλίμακα. Πρόκειται για την οντολογική απαίτηση η οποία, όπως στον Μαρξισμό και Λενινισμό, επιτρέπει μια εύκολη αλληλεπίδραση της παρτιζάνικης παρανόησης και της εμπειριοκρατικής ανάλυσης: κάθε κοινότυπη επιβεβαίωση γεγονότος κατανοείται ως καθαρή εκδήλωση του περιεχόμένου του που ξετυλίγεται. Κάθε καλός Ιδεολόγος είναι συνεπώς ένας κακός Χεγκελιανός, ο οποίος βραχυκυκλώνει την αίσθηση των μη ταυτόσημων. Σίγουρα, κάθε σταθερή ιδεολογία συνίσταται σε αυτή τη στενή διαπλοκή της αυθόρμητης, διαισθητικής απεικόνισης διαμεσολαβημένη από τη μία, από μια πληθώρα γεγονότων και από την άλλη, από την ορθολογικοποίηση αυτών των γεγονότων σε ένα σχήμα μη αντίφασης εκφραζόμενο από έναν λόγο μεταξύ ανακυκλωμένων Σταλινικών φράσεων σχετικά με τον ναζιστικό φασισμό και ανακυκλωμένων φράσεων που χρησιμοποίησε η Claudia Roth στην τελευταία ομιλία της για το Πράσινο Κόμμα. Επειδή η ιδεολογία στερείται συνοχής, είναι απρόσβλητη στην κριτική· εξαιρεί την ατομική εμπειρία αδυνατώντας να ξεκινήσει μια διαδικασία εκμάθησης. Από τη στιγμή που οι ιδεολογίες ασφυκτιούν ριζικά, καταλήγουν να αντικαθίστανται από υπολογισμούς συμφέροντος. Η ψυχανάλυση του Freud επιχείρησε να αδράξει αυτή τη πτυχή της ιδεολογίας στο εσκεμμένο παράδοξο του «ασυνείδητου συνειδητού». Ο Marx, στην κριτική του φετιχισμού, κυνήγησε την ίδια πτυχή της ιδεολογίας αναλύοντας και αποκαλύπτοντας την σχέση μεταξύ μορφής εμπορεύματος και μορφής σκέψης.

Αυτό το «ασυνείδητο συνειδητό» μπορούμε να το φανταστούμε ως έναν υπνοβάτη ο οποίος πραγματοποιεί μια διαδρομή προς τον στόχο του, κάνοντας κάθε πιθανό λάθος. Παρ’ όλα αυτά στην Ευρώπη, το ασυνείδητο συνειδητό είναι κατά βάθος αντισημιτικό. Όλοι, είτε είναι καθολικοί ή φεουδάρχες, απολυταρχικοί μονάρχες ή αστικοί επαναστάτες, κομματικοί κομμουνιστές ή ναζί φασίστες, αν και έχουν πλήρη επίγνωση, σε εκστατική κατάσταση ή με μανιώδη οργή, συμβάλλουν τον οβολό τους σε αυτόν τον άμυαλο τρόπο σκέψης ο οποίος αποκτά ανελέητη δύναμη.

Αντίθετα, η σιωνιστική φιλοσοφία της ιστορίας είναι εντελώς διαφορετική. Ο ιστορικά ιδιαίτερος ρόλος του Σιωνισμού δείχνει ότι: η ιστορία σε αυτή την περίπτωση, δεν έρχεται με τον δικό της τρόπο ως η πραγμάτωση μιας εσωτερικής ουσίας, αλλά ως μια ιστορική σχέση μεταξύ παρελθοντικής και μελλοντικής καταστροφής. Οι Σιωνιστές ενεργούν σαν να έχουν αφιερώσει τον εαυτό τους στην ιστορική συνειδητοποίηση που έκανε ο Walter Benjamin στο έργο του «Θέσεις για την Φιλοσοφία της Ιστορίας». Σε αυτή την αρνητική φιλοσοφία της ιστορίας, ο ιστορικός υλισμός σχετίζεται με τον Σιωνισμό, ακόμα και αν αρνείται παρά τα γεγονότα, να ενστερνιστεί την Σιωνιστική θέση του «αιώνιου αντισημιτισμού».

Το μίσος για τον Σιωνισμό έχει πολύπτυχες αιτίες ― δηλαδή δικαιολογίες. Ίσως θα ΄ταν ενδιαφέρον να τα καταγράψουμε, μα δεν είναι καίριας σημασίας εδώ. Εδώ δεν διαπραγματευόμαστε τις σκληρότητες και τον τρόμο που λαμβάνει χώρα όταν ο Ισραηλινός στρατός διεισδύει στο έδαφος της Παλαιστινιακής Εθνικής Αρχής όσο καταθλιπτικές και αν είναι. Τέτοια είναι τα γεγονότα του πολέμου για τα οποία, κανείς ποτέ δε θα ισχυριζόταν ότι θα προκαλούσαν την διεξαγωγή εκστρατείας από την Διεθνή Αμνηστία. Αυτό που διακυβεύεται εδώ είναι η ερμηνεία της σχέσης των γεγονότων, των δακρύων, του αίματος και του θανάτου. Κανένας λογικός άνθρωπος, όταν αντικρίσει την αδιαμφισβήτητη δυστυχία του πληθυσμού της Δρέσδης μετά τον βομβαρδισμό της από την Βασιλική Αεροπορία, δε θα συμπεράνει πως οι αντιφασιστικές πρακτικές του Αρχηγού Αέρος και Στρατάρχη Sir Arthur Harris συνιστούν μια ιστορική αδικία. Ομοίως, το ζήτημα δεν είναι οι ωμότητες που διαπράττονται από τις δικτατορίες της Συρίας, του Ιράκ ή του Ιράν ενάντια στον ίδιο τον πληθυσμό τους ή το τι θα μπορούσε να σημαίνουν όσον αφορά τις στρατιωτικές στρατηγικές τους προς το Ισραήλ. Ούτε πρόκειται εδώ για τους «φανατικούς» έποικους. Πρόκειται μάλλον για ερώτημα ιστορικής νομιμότητας και φιλοσοφικής αξιοπρέπειας του Σιωνισμού ως την εθνική ιδεολογία των Ισραηλινών που παρακινεί την κρατική υπόσταση της αστικής κοινωνίας των Εβραίων μετά το Άουσβιτς. Από αυτή την άποψη ο Ariel Sharon κατανόησε τον Διαφωτισμό και τις διακλαδώσεις της αρνητικής διαλεκτικής μετά το 1933 καλύτερα από τους μεμψίμοιρους υπέρμαχους των ανθρώπινων δικαιωμάτων του «Παλαιστινιακού λαού», μια φράση που μπορεί να λάβει οποιαδήποτε σημασία βολεύει στην ικανοποίηση των απαιτήσεων που θέλουν να προβάλουν. Ο Εβραϊκός εθνικισμός πρόκειται για τον εγωισμό ενός λαού που δε μπορεί πλέον να εμπιστευτεί το αόρατο χέρι που μετατρέπει τον εγωισμό σε κοινό καλό. Το ότι ο μιλιταριστικός Διαφωτισμός σήμερα, παίρνει τη μορφή του Ariel Sharon και των τανκ του Ισραηλινού στρατού, πρόκειται για τη μοναδική ιστορική μορφή που μπερδεύει και θυμώνει αυτούς που συγκρατούν μόνο αυτό που ο Bloch, με αναφορά στον Lessing αποκαλούσε «ψευδο-Διαφωτισμό» (Aufkläricht). Αρκεί για αυτούς να αγωνιστούν για ένα καταστροφικό «δικαίωμα στην αυτοδιάθεση των λαών», είτε πρόκειται για προλεταριακό σοσιαλισμό à la Λένιν, αστικο-δημοκρατισμό à la Wilson ή λαϊκο-ναζί φασισμό à la Hitler. Ενώ οι Εβραίοι μπορεί κάλλιστα να είναι ένα «Völk», το Ισραήλ είναι μια κοινότητα.

Ποτέ κανένας ναζί-φασίστας δεν ήταν πραγματικά πεπεισμένος ότι οι απαιτήσεις του αντλούν τη νομιμότητά τους από το δάσος του Teutoburger, όπως ακριβώς κανένας από τους δημοκράτες διαδόχους του ποτέ δε πίστεψε ότι η νομιμότητά του αντλείται από «τα μαθήματα ιστορίας». Ομοίως, κανένας Σοσιαλιστής δεν πείστηκε ποτέ ότι αυτό που κινητοποίησε τις πολιτικές του προς το συμφέρον της εργατικής τάξης ήταν η περίφημη «απελευθέρωση της εργασίας» και όχι το δικαίωμα στα λάφυρα. Και σε καμία περίπτωση δεν αντλούν οι Παλαιστίνιοι κάποιο δικαίωμα από το γεγονός ότι βρίσκονταν πρώτοι στην Παλαιστίνη. Σε έναν κόσμο που η πείνα δεν είναι η αιτία παραγωγής, η ταλαιπωρία δε μπορεί να είναι επαρκής λόγος αλληλεγγύης. Όσον αφορά το μίσος που τρέφουν οι αντισημίτες για τους Ισραηλινούς και τους Ισλαμοφασίστες αυτού του Völk, είτε κανείς μιλάει για την ανθρωπιστική οργάνωση Charitas, τη Διεθνή Αμνηστία ή τους Φίλους του Παλαιστινιακού Λαού (Friends of the Palestinian People), είναι η ιδεολογία που τάσσεται στο όνομα της αμεσότητας του πόνου. Είναι η ιδεολογία που πασχίζει να κατανοήσει τα αποδεικτικά στοιχεία που δε μπορεί να φέρει σε αμφισβήτηση. Ο Σιωνιστής και πρακτικός αντιφασίστας Ariel Sharon έχει έρθει πιο κοντά στο να επιλύσει τον γρίφο της ιστορίας από τη γερμανική Αριστερά, της οποίας ο υποτιθέμενος αντιφασισμός εξαντλεί τον εαυτό της ως «εξέγερση των αξιοπρεπών» στο στυλ του πρώην καγκελάριου Gerhard Schröder ή ως αλληλεγγύη στον Παλαιστινιακό λαό.

Μεταφρασμένο από τα γερμανικά στα αγγλικά από τον Tony Smith.

Σημειώσεις

[1] To Shibboleth πρόκειται για κάθε έθιμο ή παράδοση, όσον αφορά τα γλωσσικά μοτίβα, που διακρίνει μια ομάδα ανθρώπων από μια άλλη κοντινή της. Ο όρος προέρχεται από την εβραϊκή λέξη «shibbolet» που κυριολεκτικά σημαίνει το τμήμα ενός φυτού που φέρει κόκκους όπως για παράδειγμα ένα στάχυ ή ένα στέλεχος καλαμποκιού. Σε διαφορετικό περιεχόμενο μπορεί να σημαίνει ροή, ρέμα, χείμαρρος. Η σύγχρονη χρήση της λέξης προέρχεται από μια αφήγηση της εβραϊκής Βίβλου (Tanakh) στην οποία, η προφορά αυτής της λέξης φανέρωνε τους Εφραιμίτες, των οποίων η διάλεκτος προέφερε το πρώτο σύμφωνο από «sh» σε «s».

[2] Το Irgun ενεργούσε από το 1931 έως το 1948 ως παρακλάδι της τότε παραστρατιωτικής οργάνωσης Haganah.

[3] Σημείωμα του μεταφραστή: Κυριολεκτικά η γερμανική λέξη για τους «ανθρώπους». Εντούτοις, στο πλαίσιο του 19ου και 20ου αιώνα, για τα εθνικά (Völkisch) κινήματα, ο όρος ερμηνεύεται ως μια φανταστική διάλυση των κοινωνικών αντιφάσεων σε ένα εθνικό, οργανικό όλον. Για μια κριτική του Völkisch εθνικισμού βλέπε για παράδειγμα: Jerzy Sobotta, “Roza Luxemburg’s Corpse: The Stench of Decay on the German Left, 1932-2009”, Platypus Review 16 (Oct. 2009).

Advertisements

Leave a Reply

Please log in using one of these methods to post your comment:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s